Έπρεπε να της είχε μιλήσει νωρίτερα. Τόσα χρόνια τη χάζευε, όπως χαζεύουν οι άντρες το σάρκινο περίγραμμα του νέφους των ονείρων, των πόθων και των ελπίδων τους, κάθε φορά που αυτό θα εισέλθει στο οπτικό τους πεδίο για να τους ρωτήσει τι θα πάρουν, να τους πουλήσει ψωμί, να τους εξυπηρετήσει σε ένα γκισέ, ή απλά για να διασχίσει το πεζοδρόμιο. Χαζεύουν την γκαρσόνα, την πωλήτρια, την κοπέλα στο δρόμο ή για την ακρίβεια χαζεύουν μπροστά της, καθώς αυτόματα η σκέψη τους απωθεί ό,τι άλλο τους απασχολούσε μέχρι μια στιγμή πιο πριν και όλη η αντιληπτική τους ικανότητα περιορίζεται στο να προσλάβει και να συγκρατήσει όσο γίνεται περισσότερο, μπορεί και για πάντα, τις αλλεπάλληλες προοπτικές των καμπύλων τμημάτων που την υλοποιούν στο χώρο πριν αυτή χαθεί από μπροστά τους.

Έτσι έκανε κι αυτός. Καθόταν με τις ώρες στο μαγαζί που η κοπέλα δούλευε γκαρσόνα και η ματιά του ακολουθούσε τις κινήσεις της. Οι παρέες του αλλάζανε, φίλοι έρχονταν και έφευγαν, αυτός έμενε. Έχτιζε ώρα την ώρα ένα τείχος από καφέδες και μπίρες ανάμεσα σ’ αυτόν και τους άλλους, για να μπορεί να κρύβεται εκεί και να την παρατηρεί με την ησυχία του. Σήκωνε και ένα πυκνό προπέτασμα καπνού με τα τσιγάρα του, το ένα πίσω από τ’ άλλο, παραπέτασμα στα παράθυρα του καφεμπιροπύργου του, για να κόψει όσες κουβέντες μπορούσε των φίλων του, τις γνωστές περιαυτολογίες, χωρατά, εμμονές και παράπονα που πετάν συνήθως οι άνθρωποι στις παρέες τους, συστηματικά, με μεθοδικότητα, μέχρι να τα βγάλουν όλα από μέσα τους, όσα βγαίνουν δηλαδή, για τα υπόλοιπα θα ξαναδοκιμάσουν την επόμενη φορά. Μεριμνώντας, πάντως, κάθε φορά να ξεφορτώνουν όσα μπορούν από τα δικά τους και να φορτωθούν όσα λιγότερα από τα αντίστοιχα των άλλων, χρησιμοποιώντας το χρόνο που ο άλλος αδειάζει, με κόπο συχνά, τα δικά του, ως χρόνο ωφέλιμο για αμπαλάρισμα και προπαρασκευή του δικού τους ξεφορτώματος, στην καλύτερη περιμένοντας ο καθένας τη σειρά του. Μα είναι γνωστό ότι οι περισσότεροι δεν ακούν, εξ ου και υπάρχουν αρκετοί που γράφουν.

Καθόταν, λοιπόν, με τις ώρες και την χάζευε. Μπορεί να μιλούσε στη συντροφιά του, να άκουγε, να γελούσε ή να θύμωνε, ένα κομμάτι πάντως του μυαλού του ήταν σταθερά προσηλωμένο σ’ αυτήν. Περιεργαζόταν τη φιγούρα της καθώς αυτή σερβίριζε στα διπλανά τραπέζια, ξεχνιόταν παρατηρώντας τις μηχανικές κινήσεις αμηχανίας που έκαναν τα δάχτυλά της, αρμονικά όμως και απαλά, όταν περίμενε για το γέμισμα του δίσκου, την γύρευε διακριτικά μέσα στο μαγαζί όταν χανόταν σε μακρινή παραγγελία, αλλά πάνω από όλα έμενε εκεί με τις ώρες για εκείνες τις στιγμές, εκείνα τα ψήγματα χρόνου, που το βλέμμα της συναντούσε το δικό του. Για τις ριπές εκείνες οφθαλμού όπου απογυμνώνεται εντελώς η ερωτική σχέση ως ελπίδα, χάνονται όλα τα περιττά που μπορεί να περιμένει κάποιος από αυτή, χρήμα, κοινωνική ανέλιξη, ακόμα και αυτή καθαυτή η απόλαυση της σάρκας και μένει ατόφια, αμιγής η προσδοκία της σύντηξης των δυο αναπνοών σε μία. Σαν να λέμε, έμενε με τις ώρες και τη χάζευε για εκείνους τους λιγοστούς κόκκους άμμου σε ολόκληρες παραλίες της κλεψύδρας της ζωής, όπου ο άνθρωπος ρίχνει κλεφτή ματιά στον παράδεισο.

Εκείνο που τον ξετρέλαινε ήταν ότι η κοπέλα έμοιαζε να διαφέρει από τις άλλες, όσο και αν αυτό για πολλούς είναι ο ορισμός της αυταπάτης του έρωτα. Μα το έβλεπε όμως με τα μάτια του. Καταρχάς ήταν πολύ ωραία γυναίκα, αυτό ήταν πασιφανές. Μα υπήρχαν και άλλα στοιχεία της γοητείας της, που δεν ήταν ορατά στους πολλούς παρά μόνο σε αυτόν που την μελετούσε καιρό τώρα. Είχε προσέξει, λοιπόν, πως κάθε βράδυ που δούλευε έπινε μόνο νερό, το οποίο άλλαζε καμία φορά με χυμό. Όλους αυτούς τους μήνες που την παρατηρούσε δεν την είχε δει ποτέ με ένα ρούχο που να ξεφεύγει, ήταν πάντα πολύ χαριτωμένα ντυμένη μα ποτέ πρόστυχα, ούτε καν προκλητικά. Όποτε του μιλούσε ήταν ευγενική και χαμογελαστή. Το σημαντικότερο από όλα, το πιο απίστευτο από όλα, το πιο γοητευτικό από όλα ήταν ότι ήταν ντροπαλή. Σε ένα φόντο θράσους, αγένειας, κομπασμού και κενότητας όπως ήταν η επαρχιακή πόλη όπου ζούσαν, όπου οι άντρες της γενιάς τους συναγωνίζονταν στην επίδειξη του βολέματος, αναζητώντας τον ανδρισμό στην περιπαθή κατανάλωση τεκίλας, ενώ από τις γυναίκες η πιο ταπεινή νόμιζε ότι ο κόσμος είναι το κέντρο της, η δικιά της εικόνα, η συστολή της ομορφιάς, η αρχοντιά της ταπεινότητας, φάνταζε ακόμη πιο ξεχωριστή, πραγματικός θησαυρός υποσχέσεων μελλοντικής ευτυχίας για τον τυχερό που θα την ανακάλυπτε. Ήξερε καλά πως αυτά τα χαρακτηριστικά της ήταν πιθανόν ασήμαντα ή και ενοχλητικά για άλλους, στα δικά του μάτια όμως την έκαναν ακαταμάχητη.

Ο καιρός περνούσε και παρόλο που είχε αποφασίσει να της μιλήσει, να της εξηγήσει αυτά που ένοιωθε γι’ αυτήν, όποτε βρισκόταν κοντά της καθόταν και τη χάζευε. Φοβόταν, κατά βάθος, μήπως όλα αυτά που έβλεπε τα έκαναν τα μάτια του, ήταν μια εκούσια αυταπάτη, μια αυθυποβολή, όπως οι αντικατοπτρισμοί στην έρημο, που σου δίνουν κουράγιο να συνεχίσεις ένα μάλλον μάταιο ταξίδι. Μπορεί τελικά να μην διέφερε από τις άλλες, να ζητούσε και αυτήν ένα αλάνι με φράγκα να πίνουνε τεκίλες στο ηλιοβασίλεμα. Πώς μετά να της ομολογούσε όλα αυτά που σκεφτόταν για αυτήν; Το μόνο που θα κατάφερνε θα ήταν να την κάνει να γελάσει μαζί του.

Απ’ την άλλη, όμως, δεν άντεχε να χάσει την ευκαιρία να γνωρίσει μια τέτοια γυναίκα, αν αυτά που έβλεπε ήταν αληθινά. Αν δηλαδή η συστολή που την διέκρινε ήταν το επιφανειακό γνώρισμα ενός ισχυρού ηθικού υποβάθρου, αν τα χαμηλωμένα μάτια ήταν σημάδια μιας οπτικής διαφορετικής από την επικρατούσα, αν ο αέρας που φούσκωνε τα πνευμόνια της και όχι τα μυαλά της ήταν φρέσκος, δικός της, όχι από την περιρρέουσα πνιγηρή ατμόσφαιρα, τότε άξιζε το ρίσκο να εκτεθεί μπροστά της. Όπως και να ’χε για ένα ήταν σίγουρος, ό,τι και να κρυβόταν πίσω από το παρουσιαστικό της, η ίδια η παρουσία της τον ευχαριστούσε. Aπολάμβανε πάντα, ακόμη και όταν δεν την έβλεπε, να ξέρει ότι βρίσκεται στον ίδιο χώρο μαζί της. Αυτή η απόλαυση όμως δεν επρόκειτο να κρατήσει πολύ, η κοπέλα σύντομα θα έφευγε από την πόλη, για πάντα.

Ένα απόγευμα πήγε στο μαγαζί. Δεν άργησε να την εντοπίσει μέσα στον κόσμο, χαριτωμένη όπως πάντα. Πλησιάζοντας, πρόσεξε την κοντομάνικη μπλουζίτσα της που είχε ραμμένα απάνω δυο χρυσά κολιμπρί. Το χρυσό των εξωτικών πουλιών με το μαύρο του υφάσματος έριχναν ένα μυστήριο φως στο πρόσωπό της κάνοντάς το ακόμη πιο όμορφο.

Αυτό ήταν, είχε έρθει η ώρα να της τα πει όλα, αναλυτικά, όπως τα σκεφτόταν τόσο καιρό αλλά και με ορμή, όπως τα ένιωθε, να της διηγηθεί πως την ξεχώρισε ανάμεσα στα κύματα περιφερόμενες αυταρέσκειες που βγαίνουν κάθε βράδυ για το ποτό τους, να της ομολογήσει ότι το πρόσωπό της φωτίζει τρυφερά το δρόμο της επιστροφής μετά από κάθε άσκοπο ξενύχτι του, να της εξηγήσει πως η ελπίδα μιας τέτοιας γυναίκας είναι που οδηγεί έναν άντρα στα βήματά του. Έφτασε μπροστά της αναψοκοκκινισμένος, η αναπνοή του προσπαθούσε να ρουφήξει όλο το μαγαζί, ή και όλο τον κόσμο, για να μείνουνε μόνοι και να της μιλήσει. Επιτέλους να της μιλήσει και αυτή να ακούσει όσα έχει να της πει.

«Πολύ νόστιμο το συνολάκι σου, σου πάει πολύ» της πέταξε ξέπνοα και ξερά, εισέπραξε ένα χαμόγελο ευγένειας και συνέχισε την πορεία προς την παρέα του.

Τα γόνατά του βρήκαν την ώρα να αναστείλουν την λειτουργία τους, μπορεί σε ετεροχρονισμένη ένδειξη διαμαρτυρίας που τριγυρνάει όλη μέρα σαν παζαρόσκυλο ή, πιο πιθανόν, επειδή είχαν ετοιμαστεί να στυλωθούν και να απαιτήσουν το μερίδιο ευτυχίας που αντιστοιχεί στο αφεντικό τους, αλλά αυτό τελικά τα απογοήτευσε. Να πέσουν χαμηλά, να τον παρακαλέσουν να συνέλθει δεν το μπορούσαν, όποτε αποφάσισαν να λυθούν.

Έτσι κι αλλιώς, σκέφτηκε, ό τι και να της έλεγε δεν υπήρχε περίπτωση να τον πιστέψει. Θα τον άκουγε μάλλον με συστολή και μετά με ευγένεια θα του εξηγούσε πως πρόκειται σύντομα να φύγει… οπότε δεν θα ’χε νόημα…σε αντίθετη περίπτωση δεν θα είχε πρόβλημα…εξάλλου ήταν από τους πιο συμπαθητικούς πελάτες…Δεν την κατηγορούσε, αντιθέτως γνώριζε καλά και το παραδεχόταν επίσης ότι και ο ίδιος, αν έβλεπε εδώ μπροστά του ολοζώντανο, χιλιάδες μίλια μακριά από το φυσικό του περιβάλλον, ένα κολιμπρί θα το περνούσε για σκαθάρι.

 

Γιώργος Κωνσταντινίδης

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *