Google PlusFacebookTwitter

Κάρτα και πάλι κάρτα

Στις Μαΐ 1, 2018 στην κατηγορία ιστοΡίες | χωρίς σχόλια

-Σπίτι θα ‘κανες με τόσα λέφτα! μου έλεγε η μαμά μου κάθε φορά που ερχόταν ο λογαριασμός στο κινητό. Πολύ ακριβός ο αέρας σου, Έλεν. Έναν καναπέ ήθελα όταν ήμουν φοιτήτρια. Μα όλα τα λεφτά πήγαιναν στο κινητό. Έπειτα, και ευτυχώς για τα νεύρα της μαμάς μου και την ησυχία του αυτιού μου, το έκανα καρτοκινητό. Είχε βγάλει μία καταπληκτική προσφορά το γουατσάπι για φοιτητές σαν και μένα, που μιλούσα, έστελνα, μιλούσα, έστελνα και δεν τέλειωνε. Καναπέ πάλι δεν πήρα. Τα ρέστα πήγαιναν στα τσιγάρα και σε άλλα έξοδα μικροδιασκεδάσεως και λούσων, π.χ. μαλλί στο χρώμα της κολοκύθας με ασορτί βαφή φρυδιού για να πάω να παρακολουθήσω την Αποκολοκύνθωση του Σενέκα, που δε μου άρεσε κιόλας και που το αποτύπωσα και στο κεφάλι μου. . . Τι να κάνουμε, συμβαίνουν κι αυτά! Παίρνω το πτυχίο με φόρα τελευταίου έτους, συν έναν έρπη ζωστήρα (με είχαν ζώσει τα φίδια, κοιμόμουν και έβλεπα τους αρχαίους...

Κάτι έχει να σου πει η Κατίνα της αυλής

Στις Φεβ 24, 2018 στην κατηγορία ιστοΡίες | χωρίς σχόλια

Κουζίνα έχει, υπνοδωμάτιο έχει, γραφείο έχει, wc έχει, βεραντάκι έχει, παράθυρο έχει. Όλα τα έχει. Όλα τα χωράει. Στριμωγμένα τα χωράει. Ένα σπίτι polly pocket . Αφού δε βρίσκουμε άλλο, είπαμε, θα χωρέσουμε εδώ. Δύσκολο να βρεις σπίτι απλωμένο. Όλοι έχτιζαν κάποτε γκαρσονιέρες και studios για τους φοιτητές που θα ‘ρχοταν, για τα χρήματα που θα ‘πεφταν. Αυτό; Αυτό. Όμορφο, καινούριο, νοικοκυρεμένο. Πρώτη μέρα καθάρισμα. Παίρνω μια καρέκλα, ανεβαίνω. Καθαρίζω το ντουλάπι. Τη σηκώνω, τη μετακινώ για τ’  άλλο. Γκντουκ-γκντουκ, ακούω. Η ιδέα μου θα ‘ναι. Τελειώνω και με αυτό το ντουλάπι, παίρνω την καρέκλα, πάω στην ντουλάπα. Γκντουκ-γκντουκ πάλι. Α, λέω δουλειές θα κάνει κι η από πάνω. Φέρνουμε σιγά σιγά τα έπιπλα γκντουκ-γκντουκ. Μπαίνουμε μέσα. Μένουμε κανονικά γκντουκ γκντουκ. Κάνουμε μπάνιο γκντουκ γκντουκ, πλένουμε πιάτα γκντουκ γκντουκ. Πατάμε το καζανάκι γκντουκ...

Τα βιβλία στα σωστά χέρια

Στις Δεκ 11, 2017 στην κατηγορία ιστοΡίες | χωρίς σχόλια

Με είχε πάρει κάποτε στη δούλεψή του ένας κύριος που ήθελε να στήσω την εικόνα του. Αφού κατάφερα, λέει, να στήσω τη δική μου εικόνα απ’ το πουθενά και είμαι τόσο καλή στα εργαστήρια δημιουργικής γραφής, σίγουρα θα μπορούσα να κάνω κάτι παραπάνω γι΄ αυτόν. Είχε κάνει πολλά χιλιόμετρα στα γράμματα. Του έλειπε μια οργάνωση. Με λεφτά τον ρωτάω; Με λεφτά, μου απαντάει. Πάω την πρώτη μέρα. Mου λέει αυτό και κείνο θέλω. Οκ, το ΄χω. Και του το κάνω. Πάω τη δεύτερη μέρα.  Ααα, πάμε πολύ καλά! ‘Αμα κάναμε κι αυτό, όπως κι εσύ, θα ήταν μια χαρά. Οκ, το ΄χω. Και του το κάνω. Παραγγέλνει έναν καφέ και με κερνάει. Τον καφετζή θα τον πλήρωνε μόλις κατέβαζε το φλιτζάνι. Πάω την τρίτη μέρα. Βλέπω ένα φλιτζάνι στο μπάνιο. Το κοιτάω καλύτερα. Ήταν το δικό μου φλιτζάνι. Είχε το κραγιόν μου απάνω. Πιάνω δουλειά. Έρχεται, βλέπει και φεύγει πολύ ευχαριστημένος. Πάω την τέταρτη μέρα. Τον ακούω να...

Το κορίτσι της βιβλιοθήκης

Στις Νοέ 29, 2017 στην κατηγορία ιστοΡίες | χωρίς σχόλια

Περιμένω στην ουρά. Έχω δανειστεί ένα βιβλίο και θέλω να το επιστρέψω. Ησυχία πολλή. Μου αρέσει αυτή η ησυχία της βιβλιοθήκης. Με κάνει να θέλω να κάτσω και ‘γώ. Ένας θερμός με καφέ και ένα καλό βιβλίο, είναι ό,τι πρέπει για να ηρεμήσω. Ζω ένα ατέλειωτο άγχος, γιατί συνηθώς τα πράματα μου έρχονται ή όλα ή τίποτα. Και τώρα διανύω την περίοδο του «όλα». Α, ναι, και τι έλεγα; Ησυχία πολλή. Ξαφνικά, μπαίνει μία κοπέλα. Φαίνεται σαν κάτι να ψάχνει απεγνωσμένα. Μας κοιτάει εξεταστικά, όλους έναν έναν. Έρχεται και μου λέει: Εσύ είσαι καπνίστρια, φαίνεσαι! Πες μου ό,τι έχεις και αναπτήρα; Ψάχνω στην τσάντα μου και της τον δίνω. Όχι, όχι έλα να κάνουμε μαζί ένα τσιγάρο. Έλα, να μου κάνεις παρέα. Καλά, έρχομαι της λέω. Βγαίνουμε έξω. Ανάβει το τσιγάρο της, τραβάει μια ρουφηξιά και λέει: Τόσος κόσμος πάνω που διαβάζει, ούτε ένας καπνιστής. Έχει τόσα πολλά αγόρια και θέλω να πιάσω κουβέντα...

Μια καρδιά την έχουμε

Στις Νοέ 21, 2017 στην κατηγορία ιστοΡίες | χωρίς σχόλια

Πρωί, πρωί έψαχνα γιατρό. Έναν γιατρό να μου πει ότι είμαι καλά. Εγώ το ξερα ότι είμαι καλά, αλλά οι άλλοι; Οι άλλοι πού ξέρουν, αν είμαι καλά; Δεν ήξερα κανέναν γιατρό. Μου πρότειναν κάποιον και πήγα. Χτύπησα το κουδούνι. Μια, δυο . . .Δεν άνοιξε, δεν ήταν. Πήγα σε έναν δεύτερο λίγο πιο πέρα απ΄ τον πρώτο. Χτύπησα. Μια, δυο, τρεις . . . Δεν άνοιξε, δεν ήταν. Πήγα σε έναν τρίτο, λίγο πιο πέρα απ΄ τον δεύτερο, λίγο πιο μακριά απ΄ τον πρώτο. Χτύπησα. Αυτό το κουδούνι μιλούσε. Έλεγε τις μέρες και τις ώρες λειτουργίας. Κοιτάω το κινητό. Βλέπω μέρα και ώρα. Ξαναχτυπάω το κουδούνι. Ναι, αυτήν τη μέρα και αυτήν την ώρα θα πρεπε να ταν εδώ, όμως δεν είναι. Πήγα σε έναν τέταρτο, λίγο πιο πέρα απ΄ τον τρίτο, λίγο πιο μακριά απ΄ τον δεύτερο, αρκετά μακριά απ΄ τον πρώτο. Χτυπάω. Μια, δυο, τρεις . . .Ένα μάτι με κοιτάει απ΄ το ματάκι και φεύγει. Χτυπάω και τέταρτη φορά. Το μάτι με βλέπει και...