Γοργόνα δίχως παραμύθι

Στροφή φουρκέτα . Ευθεία . Βρέχει .Το αμάξι σκορτσάρει , κατεβάζω ταχύτητα . Βγάζω το κλειδί , ανοίγω την πόρτα , την κλείνω. Κάνει τόση ψύχρα που πρέπει να κουμπώσω τη ζακέτα . Προχωράω προς το μόλο με το κεφάλι μου σκυμμένο . Βλέπω τα παπούτσια μου να βυθίζονται στην άμμο και να λερώνουν , μα δεν με νοιάζει . Καθώς πλησιάζω σηκώνω το κεφάλι μου και τον βλέπω , είναι εκεί , με περιμένει . Ρίχνει βότσαλα στη θάλασσα . Ραντεβού στις εννιά , του ‘γραψα στο μήνυμα , θέλω να σου πω την αρχή μιας ιστορίας , πιο αρχή δεν γίνεται και συ να μου πεις το τέλος, φτάνει μόνο να ‘ναι το τέλος . Ακούει τα βήματά μου , γυρνάει το κεφάλι προς τα μένα :
-Μου ‘στειλες ένα γρίφο .
-Ερωτικό γρίφο .
-Με μπερδεύεις .
-Θα σε λύσω .
-Ακούω .
-Με θέλεις ;
-Γιατί ;
-Γιατί δεν αντέχω άλλο .
-Τι εννοείς;
-Κουράστηκα να παίζω.
-Με φέρνεις σε δύσκολη θέση .
-Θέλω ένα ναι ή ένα όχι .
-Με φέρνεις σε δύσκολη θέση .
-Εγώ σε θέλω . Δεν το ‘χες καταλάβει ; Ή κάνεις ότι δεν καταλαβαίνεις ; Σεπτέμβρη γνωριστήκαμε και έφτασε Σεπτέμβρης . Σε θέλω. Τι κάνεις ; Ακόμα και τώρα που μ’ απορρίπτεις , ψιθυρίζεις το όχι στο λαιμό μου . Νιώθω τους σφυγμούς σου ν΄ ανεβαίνουν , χαϊδεύεις με το δάχτυλο τα χείλη μου. Αυτή τη στιγμή ξέρεις τι γεύση έχω ; Αλμυρή . Τι μυρωδιά ; Ιώδιο . Με ακούς ; Είμαι παφλασμός . Με βλέπεις ; Είμαι γοργόνα . Θα κολυμπήσω πάλι στ΄ ανοιχτά . Δίπλα στα δελφίνια . Τέτοια εποχή γεννάνε . Και μένα μου γεννήθηκε η δύναμη να στα πω . Βλέπω τις ακτίνες του ήλιου μες στο σκοτάδι , δεν γυρίζω την πλάτη στις φοβίες μου , όποιες κι αν είναι αυτές . Ο μόνος τρόπος να τις αντιμετωπίζω είναι να τις κοιτώ στα μάτια. Επιθυμώ να ελευθερωθώ. Μην προσπαθήσεις να με πιάσεις , δεν θα μπορέσεις . Αέρας θα γίνω. Ακόμα και τώρα που στα λέω , δεν αντιδράς . Έπαιζες μαζί μου; Σε ήθελα . Έστω και για ένα βράδυ . Για να φτιάξεις το δικό μου παραμύθι . Παραμύθια λένε όλοι . Να τα φτιάχνουν όμως ξέρουν ; Δεν ξέρουν . Αυτό ήθελα από σένα . Ακούς ; Μόνο αυτό.
-Με φέρνεις σε δύσκολη θέση .
Πετάει άλλο ένα βότσαλο , ξεφυσάει , κάθεται στην άμμο . Φεύγω . Ό,τι ήταν να πω, το είπα . Τινάζω τα παπούτσια μου . Δεν θέλω να λερώσω το πατάκι . Τώρα με νοιάζει . Προχωράω προς τ’ αμάξι . Κάνει τόση ζέστη που πρέπει ξεκουμπώσω τη ζακέτα . Ανοίγω την πόρτα , την κλείνω, γυρνάω το κλειδί . Μαρσάρω , ανεβάζω ταχύτητα . Δεν βρέχει . Ευθεία . Στροφή φουρκέτα .

 

Ελένη Γκόρα

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *