“ανίΝ”: Διηγήματα της Όλγας Πατσούρα Λένη για τη ζωή μιας γυναίκας

Το νέο βιβλίο της Όλγας Πατσούρα Λένη “ανίΝ-Μικρές ιστορίες” (2024), που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις ΑΩ, αποτελείται από τριάντα δυο (32) διηγήματα. Τα διηγήματα αυτά περιγράφουν τις πιο σημαντικές στιγμές και καταστάσεις μιας γυναίκας από την βρεφική της ηλικία μέχρι και την ωριμότητα. Στον πρόλογο του βιβλίου σημειώνεται χαρακτηριστικά πως στις ιστορίες δεν έχει σημασία το τι είναι αληθοφανές αλλά το τι είναι θαρραλέο. Στόχος της ηρωίδας είναι το τι θα την βοηθήσει τελικά να ανακαλύψει και να αποδεχτεί τον εαυτό της μέσα στον κόσμο στον οποίο πορεύεται. Η συγγραφέας στο σημείωμά της προς τις αναγνώστριες και τους αναγνώστες του βιβλίου προσημαίνει:
“Αν σταθούμε τυχεροί κάποια αναποδιά θα μας βάλει μπροστά στην πραγματικότητα. Χρειάζεται θάρρος για να αναμετρήθουμε με τις αλήθειες μας. Ίσως χρειαστεί να διαγράψουμε τα πάντα και να δούμε τη ζωή μας από νέα οπτική.”
Η “ανίΝ” είναι ένα βιβλίο για τις αναποδιές και τις (αυτό)αποκαλύψεις. Αναποδιές είναι όλες εκείνες οι κοινωνικές δυσκολίες που συνοδεύουν ένα κορίτσι από την στιγμή μάλιστα, της γέννησής του. (Αυτό)αποκαλύψεις είναι όλες εκείνες οι σκέψεις και οι πράξεις που διαμορφώνουν μια γυναίκα. Η ηρωίδα του βιβλίου είναι δέσμια όλων εκείνων των πατριαρχικών μοτίβων που διέπουν την οικογένεια, τις σχέσεις, την εργασία. Βλέπει, μαθαίνει και μιμείται την εξάρτηση και την υπόταξη. Μπορεί να είναι μια κρατούμενη επιταγών, μα πετυχαίνει να είναι και μια εμπνεύστρια αλλαγών, μια ακτιβίστρια-καλύτερα-ατομικών αλλαγών.
“[…] να θυμάσαι, τίποτα δεν είναι όπως νομίζεις.”
Πιο αναλυτικά, στην πρώτη ιστορία “Τα χρώματα” γίνεται αναφορά στη βρεφική ηλικία της ηρωίδας. Ήδη από τους έξι πρώτους μήνες της ζωής της βιώνει τη μοναξιά. Με το συναίσθημα αυτό θα μάθει να πορεύεται για αρκετά χρόνια σχεδόν. Ως βρέφος για να καλύψει αυτό το αρνητικό συναίσθημα ζεσταίνει το σώμα και τον νου με μια πολύχρωμη κουβέρτα. Η κουβέρτα σε αυτό το διήγημα λειτουργεί συμβολικά. Συμβολίζει τις σκέψεις που ντύνουν έναν άνθρωπο. Στη δεύτερη ιστορία “Στην κούνια” το βρέφος κάθε πρωί βιώνει τον αποχωρισμό. Η μητέρα αναγκάζεται να προσλάβει μια κυρία, γιατί εργάζεται και δεν έχει καμιά βοήθεια. Η κυρία προσέχει το βρέφος. Όταν εκείνο όμως, αποκοιμιέται και η κυρία το αφήνει στο κρεβατάκι του και πηγαίνει σε άλλο δωμάτιο, το βρέφος παρότι κοιμάται νιώθει πάλι μοναξιά. Παρηγοριά βρίσκει στους φύλακες-αγγέλους, που το κρατούν συντροφιά. Στα δυο αυτά διηγήματα και σε ένα ακόμη με τίτλο “Η προσευχή” είναι έντονο το υπερρεαλιστικό στοιχείο. Η ηρωίδα αξιοποιεί ερεθίσματα, εικόνες και θρησκευτικές αξίες για να οχυρώσει τον εαυτό της.
“Δεν ένιωθε μόνη.”
Στην τρίτη ιστορία “Τα πόδια” και στην τέταρτη “Η αδερφή” η ηρωίδα του βιβλίου είναι πια ένα μικρό παιδί, ένα προνήπιο και μαθαίνει πως για να εκλογικεύσει όσα συμβαίνουν τριγύρω της άλλες φορές πρέπει να ακούει την εσωτερική της φωνή κι άλλες να υπερνικά την ανυπόμονη διάθεσή της.
“Από τότε έδινε σημασία στις φωνούλες που είχε μέσα στο κεφάλι της./ Καθόταν μόνη στο ντιβάνι και σκεφτόταν.”
Στην πέμπτη ιστορία “Η κούκλα”, στην έκτη “Η προσευχή”, στην έβδομη “Χιονισμένος καιρός”, όγδοη “Η Μαρουτσώ” και ένατη “Το σκοινί” η ηρωίδα αγκιστρώνεται στη μητέρα της και πανικοβάλλεται με την απουσία της. Η σχέση της με τον πατέρα της σκιαγραφείται ελάχιστα. Ο πατέρας υπάρχει μόνο ως απλή παρουσία στη ζωή της χωρίς καμιά ιδιαίτερη αλληλεπίδραση. Οι πρώτες μνήμες που έχει μαζί του είναι από τη νηπιακή της ηλικία. Η συμπεριφορά του πατέρα της την οδηγεί στο να μην του έχει καμιά εμπιστοσύνη. Οι αντιδράσεις του της δημιουργούν φόβο και ταραχή. Αναπτύσσει λοιπόν, μια έντονη καχυποψία προς το ανδρικό φύλο, διότι αρχικά κάθε μελιστάλαχτη κίνηση του πατέρα της προς εκείνη οδηγεί σε επίπληξη και κατήχηση αδίκως.
“Και το αποφάσισε, να μην τον πιστέψει ποτέ ξανά. Ειδικά όταν ξεκινούσε τη συζήτηση με χαμόγελα.”
Στη δέκατη ιστορία “Το μπρίκι”-ηχογραφήθηκε ενδεικτικά- παρουσιάζεται η αλληλεπίδραση της ηρωίδας με το ανδρικό φύλο πέρα από τα όρια του στενού οικογενειακού κύκλου. Η μικρή κάποιες μέρες τις περνά παίζοντας με ένα γειτονόπουλο. Με αφορμή μια συνάντηση για παιχνίδι, τα παιδιά-παρότι είναι ακόμη παιδιά- γνωρίζουν την έμφυλή τους ταυτότητα και τους ρόλους τους κοινωνικά και ψυχολογικά. Η μικρή είναι αθώα και αφελής, ο μικρός ζωηρός και επιθετικός. Εξαιτίας λοιπόν, της λεκτικής, ψυχολογικής και σωματικής βίας που της ασκείται η ηρωίδα αρχίζει να νιώθει ότι από θύμα γίνεται θύτης. Τη ζωή της την ελέγχουν τα λόγια και οι αντιδράσεις των ανδρών.
Στις ιστορίες εντέκατη, δωδέκατη, δέκατη τρίτη, δέκατη τέταρτη “Το δαχτυλίδι”, “Το ωδείο”, “Λευκά πανιά”, “Στο νοσοκομείο” η ηρωίδα έρχεται σε επαφή με ανθρώπους από το ευρύτερο περιβάλλον της και γνωρίζει το σκληρό πρόσωπο ακόμα και από άτομα του ίδιου φύλου ή ακόμα και του δασκάλου της μουσικής. Τα άτομα αυτά τραυματίζουν την ψυχή της. Αυτό δεν σημαίνει όμως, ότι δεν υπάρχουν άτομα γύρω της που της χαρίζουν τα δώρα της σιγουριάς και της σταθερότητας. Παρόλα αυτά, οι γνωριμίες και οι φιλίες που κάνει την διδάσκουν να προτιμά τη σιωπή παρά τη δράση. Ακόμα όμως κι έτσι η σιωπή της είναι φλύαρη και η δράση της εσωτερικά φλογερή. Μιλά μόνο με τον εαυτό της, δρα μόνο μέσα της.
“Να συγκεντρωθεί σε αυτό που έπρεπε κάθε φορά και να μην χάνει τον στόχο.”
Στις ιστορίες “Στην κηδεία”, “Το όνειρο”, “Μίλησε η ψυχή”, “Η γάτα”, “Με τη φαντασία”, “Φύγε” δέκατη πέμπτη, δέκατη έκτη, δέκατη έβδομη, δέκατη όγδοη, δέκατη ένατη και εικοστή η ηρωίδα είναι πια ενήλικη και σπουδάζει. Στη φοιτητική της ζωή δίνει σημασία στα όνειρα, τα ερμηνεύει, ακούει το προαίσθημα, δοκιμάζει νέες εμπειρίες, ζει τον έρωτα, νιώθει ευάλωτη κι άδυναμη, υπομένει ανεπιθύματα φλερτ.
“Συνειδητοποίησε πως από μικρή τελικά ένιωθε να την κοιτάζουν αόρατα μάτια.”
Στις ιστορίες εικοστή πρώτη “Τα μαχαίρια”, εικοστή δεύτερη “Στο αυτοκίνητο”, εικοστή τρίτη “Το πατρικό σπίτι”, εικοστή τέταρτη “Στον ουρανό”, εικοστή πέμπτη “Τα λουλούδια” η ηρωίδα έχει πια ολοκληρώσει τις σπουδές της και έχει γίνει μια ποθητή εργαζόμενη γυναίκα, που δοκιμάζεται σε διάφορες καταστάσεις τόσο στην προσωπική της ζωή, όσο και στην επαγγελματική. Οι εμπειρίες της την οδηγούν στο να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι ο μόνος που μπορεί να εμπιστευτεί είναι ο εαυτός της.
“Έπρεπε να το οργανώσει σωστά. Γιατί είχε αρχίσει να τον φοβάται. Αυτά που της έλεγε τον έκαναν να μοιάζει επικίνδυνος.[…] Της φαινόταν τρελό, αλλά μέσα της κάτι την έκανε να τον φοβάται.”
Στις τελευταίες ιστορίες εικοστή έκτη έως τριακοστή δεύτερη “Η πεθερά”, “Το ατύχημα”, “Τα νούμερα”, “Το δελφίνι”, “Οι πέτρες”, “Το δέντρο” και “ανίΝ” η ηρωίδα μαθαίνει να συγχωρεί, να αγαπά και να αγαπιέται. Στη ζωή της έχει αναλάβει πολλούς ρόλους και τους περισσότερους από αυτούς τους τις είχαν φορέσει άλλοι. Το χειρότερο που συνειδητοποιεί η ηρωίδα είναι πως πάντα νοιαζόταν περισσότερο για τους άλλους παρά για τον ίδιο της τον εαυτό. Η πορεία της ήταν προδιαγεγραμμένη πριν ακόμα τη σύλληψή της. Το βιολογικό της φύλο της επιτάσσει να είναι γλυκιά, πειθαρχημένη, πιστή, υπάκουη, στοργική, συμπονετική, εργατική, σιωπηλή, ήρεμη, καλόγνωμη.
“Το βλέμμα της ήταν χαμένο σε έναν κόσμο μακρινό, χωρίς όνειρα, χωρίς σχέδια και όρεξη για ζωή.”
Τα τριάντα δυο διηγήματα του βιβλίου μπορούν να ταξινομηθούν σε εφτά ενότητες ανάλογα με την ηλικιακή φάση της κεντρικής ηρωίδας. Έτσι, η πρώτη και η δεύτερη ιστορία αναφέρονται στη βρεφική της ηλικία, η τρίτη και η τέταρτη στην προνηπιακή, η πέμτη έως τη δέκατη στη νηπιακή, η εντέκατη έως τη δέκατη τέταρτη παιδική-εφηβική, η δέκατη πέμπτη έως την εικοστή στη ενήλικη φοιτητική, η εικοστή πρώτη έως την εικοστή πέμπτη στην ενήλικη παραγωγική και η εικοστή έκτη έως την τριακοστή δεύτερη στην ώριμη. Οι εφτά αυτές φάσεις της ηρωίδας είναι καθόλα γνώριμες στο γυναικείο φύλο, που σίγουρα μια γυναίκα αναγνώστρια μπορεί να ταυτιστεί σε πολλές καταστάσεις και να εντοπίσει κοινά βιώματα και εμπειρίες. Επομένως, ένα από τα στοιχεία που συνθέτουν αυτό το βιβλίο είναι η έμμεση ανάλυση της συμπεριφοράς, των σκέψεων και των πράξεων της ηρωίδας. Η συγγραφέας καταφέρνει να αποδώσει τη γυναικεία ψυχολογία με τρόπο απλό και κατανοητό αποφεύγοντας ανιαρούς πλατειασμούς και διευρυμένες εμβαθύνσεις. Για αυτό τον επιπλέον λόγο η γραφή της είναι απλή και λιτή, στακάτη και ρεαλιστική. Οι προτάσεις της είναι σύντομες και μικρές κρατώντας την ουσία των γεγονότων. Επακολούθως, τεχνικά τα διηγήματά της είναι άρτια και ισορροπημένα σε έκταση, δομή, περιγραφή και απόδοση χωρίς περίτεχνες λέξεις και στολίδια.
Η ανατροπή στο βιβλίο γίνεται στα τελευταία διηγήματα, σε εκείνα δηλαδή, που αναφέρονται στην ώριμη ηλικία της ηρωίδας (εικοστή έκτη-τριακοστή δεύτερη ιστορία). Η ηρωίδα στα διηγήματα αυτά μεταμορφώνεται από έναν λογοτεχνικά επίπεδο και στατικό, αναγνωρίσιμο ως αρχέτυπο χαρακτήρα, σε έναν σφαιρικό και δυναμικό που μπορεί πια να εκπλήξει πειστικά. Οι τελευταίες λοιπόν, ιστορίες είναι αυτές που χαρίζουν τον έξυπνο τίτλο του βιβλίου, αποκαλύπτωντας το όνομα και τη φωνή της ηρωίδας, που μέχρι την τελευταία παράγραφο ήταν μια ανώνυμη, μια γυναίκα δίχως ταυτότητα.
“Γύρισε ξανά προς τον καθρέφτη. Τι με κοιτάς; Δεν ξέρεις ποια είσαι; Εσύ κι εγώ είμαστε ίδιες. Εσύ, πρέπει να γίνεις εγώ. Το ακούς; Σταμάτα να κρύβεσαι. Κανείς δεν μπορεί να ξεφύγει από τον εαυτό του. Να, κοίτα ποια είσαι, είπε. Σήκωσε το χαρτί και το έδειξε στον καθρέφτη. Αυτή είσαι.ανίΝέλεγε ο καθρέφτης”