Έφτιαξα τσάι του βουνού με μέλι και λεμόνι. Το έβαλα μέσα σε έναν θερμό. Σε έναν άλλον έβαλα νερό. Πήρα και δυο φέτες ψωμί, και τα έριξα όλα στο μικρό σακίδιο πλάτης. Φόρεσα φόρμες και αθλητικά παπούτσια.

Πολύ κόσμο δεν είχε εκείνη την ώρα. Έκανα μία μικρή βόλτα στον Ξενία. Σχεδόν από τη μία άκρη ως την άλλη. Σε κάποιο σημείο άκουσα ένα φτερούγισμα.

Έτριψα τη μία φέτα ψωμί και περίμενα μήπως κατέβει για να φάει. Περισσότερο ήθελα να δω τι ήταν. Ανησυχούσα κιόλας. Τώρα που μένουμε σπίτι βρίσκουν τα πουλάκια να φάνε κάτι εύκολα; Είχε καθίσει στο τελευταίο κλαδί του πεύκου. Έτσι όπως ήταν καλυμμένο από τις πευκοβελόνες δεν μπορούσα να δω τι ήταν. Έριξα και λίγο ακόμα. Δεν κατέβηκε. Μόνο πέταξε ως το απέναντι δέντρο. Ήταν ένας κότσυφας. Μαύρος. Τα αρσενικά κοτσύφια είναι μαύρα κι έχουν πορτοκαλί ράμφος. Κελαηδούν γλυκά μέχρι να βρουν το ταίρι τους. Και τον Μάρτη χτίζουν τις φωλιές τους.

Ίσως όταν έφυγα να πέταξε χαμηλά ως το έδαφος και να τσιμπολόγησε τις ψίχες.

Ύστερα, συνάντησα την πιο θαρραλέα φίλη μου. Απολαύσαμε το τσάι με γάντια μιας χρήσης.

Είχα χάσει ήδη δύο δάχτυλα από το άνοιξε-κλείσε του φερμουάρ.

 

 

 

 

 

Ελένη Γκόρα

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *