“Το Κορίτσι του Σαββάτου”. Μια ανθρωπογεωγραφία της γυναικείας εμπειρίας

Γράφει ο Δήμος Χλωπτσιούδης //

 

 

 

 

Ελένη Γκόρα, «Το κορίτσι του Σαββάτου», εκδ. 24 Γράμματα, 2024

 

Το νέο βιβλίο της Ελένης Γκόρα, Το κορίτσι του Σαββάτου (24 Γράμματα, 2024), προσφέρει μια σύγχρονη γυναικεία αφήγηση για την αναζήτηση της ταυτότητας και του νοήματος στη ζωή (και του έρωτα) μέσα από τη ζωή της Νέλλης. Το μυθιστόρημα αναδεικνύει με ευαισθησία και χιούμορ τις προκλήσεις μιας νέας γυναίκας, τη μοναξιά της, τις κοινωνικές προσδοκίες και τις δυσκολίες των σύγχρονων γνωριμιών.

Η ίδια η δομή του μυθιστορήματος θυμίζει μια σειρά από αρθρωτές ιστορίες, που συνθέτουν ένα πορτρέτο της ζωής της Νέλλης. Μέσα από αυτές η συγγραφέας θέτει ζητήματα αυτοανακάλυψης, αγωνίας για την επαγγελματική εξέλιξη και την προσαρμογή στις αλλαγές της τεχνολογίας και της κοινωνίας. Οι συνομιλίες της Νέλλης με φίλες και οι εσωτερικές της σκέψεις αποκαλύπτουν μια βαθιά ανάγκη για επαφή και κατανόηση. Μέσα από μια γλώσσα ζωντανή, με διάσπαρτες ιδιωματικές εκφράσεις και χιουμοριστικές νότες που ανακουφίζουν τη μελαγχολική ατμόσφαιρα, η Γκόρα οικοδομεί τον πρωταγωνιστικό χαρακτήρα ως μία ειαίσθητη και δυναμική γυναίκα, ακόμα κι αν επιλέγει να φωτίσει συγκριμένες οπτικές στη ζωή της. Η συγγραφέας χρησιμοποιεί εικόνες από την καθημερινότητα, για να δημιουργήσει έναν κόσμο ιδιαίτερα γνώριμο στη νεότερη γενιά της ψηφιακής επικοινωνίας.

Μολονότι, Το κορίτσι του Σαββάτου αξιοποιεί συμβάσεις βιβλίων από τον χώρο της υπολογοτεχνίας, προσπερνά συνειδητά τα στερεότυπα του ροζ μυθιστορήματος (όπως το chick lit, το assistant-lit, rom-com lit) μέσω της ρεαλιστικής, μερικές φορές σκληρής, απεικόνισης της μοναξιάς και της αυτοαναγνώρισης. Δεν πρόκειται για μια “ακόμη ιστορία αγάπης”, αλλά για μια μυθοπλαστική μελέτη για τους τρόπους που η σύγχρονη εποχή διαμορφώνει τις σχέσεις και την ταυτότητα −με χιούμορ, αλλά χωρίς να υποβαθμίζει τη δυσκολία της αναζήτησης. Άλλωστε, δεν ακολουθεί τη γραμμική πλοκή των chick/assistant lit, αλλά επενδύει σε μία αποσπασματική πλοκή οιονεί σπονδυλωτού μυθιστορήματος.

Αν οι ηρωίδες του assistant-lit είναι νεαρές γυναίκες από “καλές οικογένειες” που έχουν πρόσφατα αποφοιτήσει από κολέγιο ή πανεπιστήμιο και αντιμετωπίζουν την άβολη είσοδό τους στην αγορά εργασίας (βλ. Fifty Shades of Grey), η Γκόρα δίνει έμφαση στην ψυχολογία της ηρωίδας κι όχι στη θυματοποίησή της. Η Νέλλη είναι μία νεαρή δυναμική γυναίκα που δεν παρασέρνεται από τη γοητεία κάποιου πλούσιου εργένη (βασικό στερεότυπο του assistant-lit). Είναι μια αυτοδύναμη, μορφωμένη γυναίκα που έχει ήδη μια σταθερή ζωή (διδακτορικό, καριέρα) αλλά νιώθει συναισθηματικό κενό. Δεν αναζητά κάποιο προστάτη (ενσωματωμένο πατριαρχικό στερεότυπο στην υπολογοτεχνία), αλλά μία σύνδεση με τον κόσμο που την κάνει να αισθάνεται αόρατη. Στις ηρωίδες της υπολογοτεχνίας, ο έρωτας είναι καταλυτής για την απελευθέρωσή τους και βασική επιδίωξη ο γάμος. Αντίθετα, οι σχέσεις της Νέλλης είναι αποτυχημένες, γεμάτες αμήχανες στιγμές και ρεαλιστικές απογοητεύσεις. Ο έρωτας δεν είναι η λύση, αλλά ένας καθρέφτης που δείχνει τις ανασφάλειές της.

Το κορίτσι του Σαββάτου διαφέρει σημαντικά στον τόνο, τους στόχους και την ανάλυση των θεμάτων σε σχέση με τη στερεοτυπική λογοτεχνία. Στα κλασικά chick lit (π.χ. Το ημερολόγιο της Μπρίτζετ Τζόουνς), το βιβλίο εστιάζει στην ερωτική ζωή μιας σύγχρονης γυναίκας και στην αυτοαναγνώριση, συχνά με αυτοσαρκαστικό χιούμορ. Παρά τα κοινά σημεία, όμως, το μυθιστόρημα της Γκόρα, εξερευνώντας τον ρόλο των ψηφιακών πλατφορμών στις σχέσεις των ανθρώπων, εγκαταλείπει το στερεότυπο της ρομαντικής έκβασης. Οι σχέσεις της είναι ρεαλιστικές και ασυμβίβαστες, χωρίς να υπαινίσσονται ότι ο έρωτας θα λύσει τα προβλήματά της ή ότι αποτελεί τον τελικό σκοπό. Σε αντίθεση μάλιστα με τα κοινότυπα ροζ μυθιστορήματα που συνειδητά αποφεύγουν την πολιτικοποιημένη κριτική, η Γκόρα αγγίζει θέματα όπως η απαξίωση της ακαδημαϊκής προσπάθειας, η τοξική αρρενωπότητα και η ομοφοβία (π.χ. ο «Mr. Tesla» με τις σεξιστικές απόψεις του) ή η ψηφιακή αποξένωση. Η Νέλλη αντιμετωπίζει ζητήματα όπως η κριτική της αυτοεκτίμησης μετά το διδακτορικό, η κοινωνική πίεση για μητρότητα και η μοναξιά.

Το βιβλίο θυμίζει περισσότερο contemporary women’s fiction (π.χ. Normal People της Sally Rooney) που εστιάζει στην αυτογνωσία και την ψυχολογική ωριμότητα. Ο αυτοσαρκασμός, ο μελαγχολικός τόνος που κυριαρχούν στο υποείδος εντοπίζονται και στο Κορίτσι του Σαββάτου, μολονότι δεν είναι έχει το κακοποιητικό σκοτεινό υπόβαθρο που οδηγεί σε ψυχοθεραπεία του Eleanor Oliphant is Completely Fine. Η Γκόρα δεν οδηγεί το βιβλίο ούτε σε κάποιο ευτυχισμένο τέλος, όπως η Emily Henry (π.χ. Book Lovers), αφού η Νέλλη δεν βρίσκει τον έρωτα, αλλά συνεχίζει να αναζητά το νόημα της σύγχρονης κοινωνίας. Εξάλλου, οι ηρωίδες της Henry είναι αυτοδύναμες αλλά ρομαντικές, ενώ η Νέλλη παραμένει αυτοδύναμη και ανασφαλής.

Το βιβλίο δεν είναι για αναγνώστες, αλλά για αναγνώστριες. Η ανάγνωση ενός τέτοιου βιβλίου θα ξαφνιάσει το ανδρικό κοινό που έχει εκπαιδευτεί να διαβάζει για άλλα θέματα (πόσο μάλλον όταν τίθενται ζητήματα όπως η αδιαθεσία της γυναίκας, η άρνηση τεκνοποίησης και η προβολή της καριέρας). Η δε γραφή της Γκόρα απέχει σημαντικά από τον εξουσιαστικό λόγο των ανδρών συγγραφέων και τις θεματικές που εκείνοι αγγίζουν. Το κορίτσι του Σαββάτου, όσο κι αν φαίνεται σαν μια αποϊδεολογοποιημένη αφήγηση, με χιούμορ και ειλικρίνεια, αποκαθιστά την αξία των θηλυκών εμπειριών που παραδοσιακά θεωρούνταν “μικρές” ή “μη-λογοτεχνικές”. Η Γκόρα θυμίζει ότι η γυναικεία γραφή δεν χρειάζεται να είναι η πρωταγωνίστρια ούτε ήρωας ούτε θύμα: μπορεί να είναι απλώς ανθρώπινη, με όλη τη δυσκολία που αυτό συνεπάγεται. Σε μια εποχή που οι γυναίκες εξακολουθούν να καλούνται να δικαιολογήσουν τις επιλογές τους, τέτοια βιβλία προβάλλουν την “επανάσταση” των μικρών καθημερινών αντιηρωικών επιλογών των νέων γυναικών.

Μολονότι η διάκριση ανδρικής-γυναικείας γραφή αποτελεί κριτικό στερεότυπο και υπεραπλούστευση (επειδή ακριβώς όλες οι γυναίκες συγγραφείς δεν γράφουν με τον ίδιο τρόπο ή ότι τάχα οι άνδρες δεν μπορούν να γράψουν για γυναικείες εμπειρίες), αξίζει να σημειώσουμε ότι η “ανδρική γραφή” (όπως καταγράφεται σε μυθιστορήματα του κανόνα) συχνά εστιάζει σε εξωτερικές δράσεις (πόλεμος, πολιτική, επαγγελματικές επιτυχίες), ενώ η γυναικεία στην εσωτερική ζωή. Ο αγώνας της Νέλλης με τη μοναξιά αντιπαραβάλλεται με τον αγώνα ενός ανδρικού πρωταγωνιστή για κοινωνική αναγνώριση ή να σώσει ένα θύμα-γυναίκα ως προστάτης. Το κορίτσι του Σαββάτου έχει στον πυρήνα του τη θηλυκή εμπειρία. Προσανατολίζει την αναγνωστική προσοχή στην ηλικία, τη μοναξιά και την κοινωνική κριτική για μία γυναίκα χωρίς σύντροφο ή παιδιά σε μια κοινωνία που την αξιολογεί με αυτά τα κριτήρια. Έτσι, έμμεσα εστιάζει σε θέματα όπως τη σωματικότητα, τη μητρότητα και τις κοινωνικές προσδοκίες (αν και τις απορρίπτει σε πρώτη φάση) και την επαγγελματική σταδιοδρομία της σύγχρονης γυναίκας. Η γυναικεία γραφή συχνά εμπλέκει τη σωματικότητα (π.χ. αναφορές στην περίοδο) με τρόπους που η παραδοσιακή ανδρική γραφή αποφεύγει.

Την ίδια στιγμή, η γλώσσα, ο ήπιος αυτοσαρκασμός και η αυτολογοκρισία απέχουν σημαντικά από την καθιερωμένη ανδρική αφήγηση. Η ίδια η επιλογή των λέξεων στην αρσενική γραφή για τα αναπαραγωγικά όργανα φανερώνει την εξουσιαστική οπτική του ανδρικού λόγου και την άνεση να τα γράψει ένας συγγραφέας, αλλά τούτο απέχει σημαντικά από τον θηλυκό δημόσιο λόγο (κοινωνικά κατασκευασμένο βεβαίως). Η Hélène Cixous τόνιζε πως η γυναικεία αφήγηση υιοθετεί μία ρευστή γλώσσα εγκαταλείποντας τη γραμμική αφήγηση (δεν ισχύει για τη στερεοτυπική λογοτεχνία, επειδή αξιοποιεί τον εξουσιαστικό λόγο και τα έμφυλα στερεότυπα) και τις προκλητικές εκφράσεις, κάτι που αντανακλάται στο Κορίτσι του Σαββάτου (βλ. αναφορές για το γυμνό ανδρικό σώμα). Η δε αμεσότητα στη γραφή της Γκόρα (π.χ. οι σκέψεις της Νέλλης για το βάρος της) θυμίζει τις θέσεις της Julia Kristeva για τη γυναικεία γλώσσα. Η ίδια η εσωτερικότητα της αφήγησης και η έμφαση στη συναισθηματική πολυπλοκότητα (μονόλογοι, αναδρομές) και τις ανασφάλειες ή την αυτοαμφισβήτηση της πρωταγωνίστριας, αποτελούν βασικό γνώρισμα της γυναικείας αφήγησης.

Η αξία του βιβλίου έγκειται ακριβώς στο ότι ξεφεύγει από τα στερεότυπα του “γυναικείου” ως κατηγορίας, προσφέροντας μια ολιστική προβολή της ανθρώπινης κατάστασης, μέσα από τα μάτια μιας γυναίκας, καθώς πίσω από την αφηγηματική κάμερα στέκεται μία γυναίκα. Το κορίτσι του Σαββάτου διακρίνεται για την ειλικρινή, μη-επιθετική αντιμετώπιση της σύγχρονης γυναικείας εμπειρίας, προσφέροντας μια διαφορετική οπτική από τα ακτιβιστικά και ρητά αντιπατριαρχικά μυθιστορήματα. Ενώ πολλά φεμινιστικά μυθιστορήματα σύγχρονων Ελληνίδων καταπιάνονται με την άμεση ανατροπή της πατριαρχίας, η Γκόρα επιλέγει να δείξει τη σιωπηλή, καθημερινή πλευρά της μάχης: τη μοναξιά μιας γυναίκας που δεν αντιστέκεται με ριζοσπαστική διάθεση, αλλά με την επιμονή να μην υποκύψει σε ρόλους που δεν της ταιριάζουν. Το βιβλίο δεν κραυγάζει «όχι» στον σεξισμό· απλά προβάλλει τη γυναίκεια οπτική και σε αυτή βρίσκει θηλυκή του δύναμη. Σε αντίθεση με άλλα έργα που χρησιμοποιούν αναγνωρίσιμη φεμινιστική γλώσσα, το βιβλίο της Γκόρα δουλεύει μέσα από τις ρωγμές. Οι σχέσεις της Νέλλης με τους άντρες δεν καταλήγουν σε δραματικές ρήξεις ή μανιφέστα, αλλά σε μικρές, καθημερινές απογοητεύσεις που αποκαλύπτουν την πατριαρχική δομή χωρίς να την κατονομάζουν. Ο κεντρικός χαρακτήρας δεν είναι μια επαναστάτρια, αλλά μια γυναίκα που απλώς ζει, και αυτή η απουσία ηρωισμού είναι από μόνη της μια πολιτική δήλωση −μια υπενθύμιση ότι η αντίσταση μπορεί να είναι και η άρνηση να συμβιβαστεί κάποιος/κάποια. Η Νέλλη δεν ανατρέπει τον πατριαρχικό κόσμο, αλλά τον αγνοεί και απορρίπτει τις επιταγές του (γάμος, μητρότητα, υποταγή) με μια ήσυχη, σταθερή άρνηση.

 

Λογοτεχνική κριτική από τον Δρ. Δήμο Χλωπτσιούδη, Φιλόλογο-Ποιητή και κριτικό λογοτεχνίας

στο fractalart.gr

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *