Google PlusFacebookTwitter

Τέλη Απρίλη

on Απρ 30, 2020 in ιστοΡίες | 0 comments

Share On GoogleShare On FacebookShare On Twitter

 

27/04/2020

Τεσσαρακοστή όγδοη μέρα στο σπίτι.

 

Σκηνικό πρώτο

Ξύπνησα αρκετά νωρίς. Σήμερα έπρεπε να βάψω τα μαλλιά μου. Αρκετά πια με αυτήν τη ρίζα. Δεν μπορούσα να τη βλέπω άλλο. Το κακό ήταν ότι την προηγούμενη φορά τα είχα βάψει στο κομμωτήριο κι έτσι η μισή βαφή που είχα ούτε θα έφτανε ούτε θα ήταν ίδια. Τέλη Μαρτίου ήταν που είχα αγχωθεί και είχα προνοήσει για αυτό. Γράφω φυλλάδα, παίρνω αμάξι και γυρίζω όλα τα super market μέχρι να βρω μία που να είναι κοντά στο πορτοκαλί. Στον δρόμο με σταμάτησαν:

-Γεια σας, την ταυτότητά σας παρακαλώ, και τη δήλωση μετακίνησή σας!

-Γεια σας, καλά είστε; Να ανοίξω την τσάντα μου και θα σας τα δώσω!

-Μα έχουν περάσει τρεισήμισι ώρες από τότε, ακόμα δεν ψωνίσατε;

-Να σας πω κάτι; Δείτε τα φρύδια μου! Βλέπετε τι χρώμα έχουν;

-Τι δουλειά έχουν τα φρύδια σας με τις ώρες που λείπετε, δεν μπορώ να καταλάβω…

-Αν μακρύνουν τα μαλλιά μου, θα έχουν ίδιο χρώμα με τα φρύδια μου.

-Πάλι δεν σας καταλαβαίνω!

-Έχω γυρίσει όλα τα super market και ψάχνω να βρω βαφή! Δεν υπάρχει κάτι κοντά στο πορτοκαλί!

Είδαν την τρέλα στο μάτι μου και με άφησαν να φύγω. Τελικά, βρήκα μία βαφή. Σήμερα τη δοκίμασα για πρώτη φορά. Βγήκαν λίγο πιο κόκκινα, λίγο πιο βυσσινιά. Τα χτένισα κιόλας. Βγήκα για περπάτημα. Με έπιασε βροχή. Με ή χωρίς καραντίνα, όποτε έκανα μαλλιά ή πήγαινα κομμωτήριο, χρόνια τώρα πάντα έβρεχε. Γύρισα σπίτι.
– – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – – –

 

Σκηνικό δεύτερο

Σταμάτησε η βροχή. Παίρνω το αυτοκίνητο. Θα έκανα μία βόλτα με αυτό. Μέρες είχα να το κουνήσω. Πού να πήγαινα; Λέω θα πάω στον Αη-Λια. Ξεκινώ να ανεβαίνω την απότομη ανηφόρα με πρώτη. Μετά από λίγο έρχεται ένα τζιπ περιπολικό. Σχεδόν με κολλάει. Βρίσκω ένα άνοιγμα, σταματάω. Έρχεται από δίπλα μου. Κατεβάζει ο ένας το παράθυρο και με ένα τεράστιο χαμόγελο μου λέει:

-Μην μου πείτε ότι πάτε για προμήθεια τροφίμων εδώ πάνω!

-Όχι, όχι για σωματική άσκηση!

-Έτσι πάτε εσείς για σωματική άσκηση;

-Ναι, πώς να πάω;

-Και γιατί πήρατε το αυτοκίνητό σας μέχρι εδώ;

-Ε, ήθελα να το ανεβάσω, να κατέβω μέχρι κάτω και μετά να ανέβω να το πάρω.

-Ταυτότητα και δήλωση μετακίνησης έχετε;

-Ναι!
-Ωραία, απολαύστε τη βόλτα σας!

Φεύγει το τζιπ το περιπολικό, κατεβαίνω και γω απ΄ το αμάξι. Θα έκανα τον γύρο από την εκκλησία και μετά από εκεί θα κατέβαινα μέχρι κάτω και θα ανέβαινα. Προχωράω και μετά από λίγο τους πετυχαίνω πάλι.

-Α, φοράτε και αρβυλάκια και αθλητικό παντελόνι, έχετε μάλιστα και σακίδιο! Όντως για άθληση βγήκατε.

-Ε, αφού σας το είπα! Θα κατέβω και θα ανέβω πάλι!

-Καλά, αν δεν βγάλετε την ανηφόρα ξέρετε το τηλέφωνο ένα, μηδέν, μηδέν!

-Θα βάλω τα δυνατά μου!

Στατιστικά τις περισσότερες φορές που βγήκα, με σταμάτησαν. ‘Εχω κάτι τραβηχτικό, δεν εξηγείται αλλιώς!

 

 

28/04/2020

Τεσσαρακοστή ένατη μέρα στο σπίτι.

Αγόρασα το πρώτο μου τσιμπιδάκι για τα φρύδια. Για κάθε τρίχα που θα τραβάω, θα λέω· να βγω ή να μην βγω;

 

 

29/04/2020

Πεντηκοστή μέρα στο σπίτι.
Και ενώ επεξεργάζομαι το νέο μου φονικό όπλο- τσιμπιδάκι για τα φρύδια-με παίρνει μία καλή μου φίλη τηλέφωνο.

-Το διάβασα αυτό που έγραψες! Μην τυχόν…Υπομονή σε λίγες μέρες ανοίγουν τα κέντρα αισθητικής. Όλες αυτό περιμένουμε!

Και με αφετηρία τα φρύδια και τα τσιμπιδάκια, θυμηθήκαμε δύο ιστορίες που πήγαιναν κάπως έτσι.

 

Ιστορία πρώτη

Βρισκόμαστε στο 2011. Η φίλη μου αυτή είχε πάθει ένα ατύχημα σε έναν αγώνα.Το πόδι της τσραπατσαρίστηκε, οπότε για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα φορούσε μπότα νάρθηκα και είχε και πατερίτσες.

Για να βγούμε κάναμε ολόκληρα σχέδια. Πώς θα πάμε να την παραλάβουμε με το αυτοκίνητο, πώς θα τη βοηθησούμε να βγει, σε ποια μαγαζιά θα πίναμε καφέ, κάπου που να μπορούμε να σταματήσουμε μπροστά στην εισόδο, κάπου που να μην έχει σκαλιά.

Ήτανε και πεισματάρα. Και περήφανη. Δεν ήθελε καμιά βοήθεια και πάντα έβγαινε πολύ περιποιημένη. Έλεγε·τη βλέπετε την μπότα; Τις βλέπετε τις πατερίστες; Δεν τις βλέπετε! Και ξέρετε γιατί δεν τις βλέπετε; Γιατί δεν αφήνω τον εαυτό μου! Δεν θα με πάρει εμένα από κάτω όλο αυτό!

Και πραγματικά δεν την είχε πάρει καθόλου από κάτω-έτσι έδειχνε τουλάχιστον. Μετρούσε τις μέρες μέχρι να τα πετάξει.

Η μόνη ωστόσο, ασυμφωνία-αν θέλετε-στην όλη εμφάνιση ήταν που κρατούσε αντί για τσάντα μια σακούλα φαρμακείου. Όλο εκείνο το διάστημα αντί για τσάντα, μια οποιαδήποτε τσάντα από τις τόσες φθηνές, ακριβές και πανάκριβες που είχε στην ντουλάπα της και δεν ήταν λίγες, έπαιρνε τη σακούλα φαρμακείου. Έριχνε μέσα κλειδιά, κινητό, πορτοφόλι μικρό, άρωμα, κραγιόν και την τρόμπα για την μπότα.

Είχε κολλήσει. Γυρνούσε στο σπίτι, την κρεμούσε στον καλόγερο και πάλι την επόμενη τη σακούλα φαρμακείου έπαιρνε. Της λέγαμε σε παρακαλούμε ποια τσάντα θέλεις, θα στην πάρουμε εμείς δώρο. Δεν θέλω καμία τσάντα.

Θέλω την τσάντα που κρατούσα μια μέρα πριν το ατύχημα. Και ξέρω πού είναι, στο σπίτι σου είναι! Κι όλο έλεγε στην άλλη μας φίλη να ψάξει στο σπίτι της και να της φέρει την τσάντα. Κι όλο εκείνη έλεγε, δεν τη βρίσκω. Ψάχνω, ψάχνω δεν είναι πουθενά!

Η τσάντα ήταν κάτω από τα πολλά μαξιλάρια του καναπέ. Την είχαμε καταπλακώσει, όταν βλέπαμε ταινία μια μέρα πριν το ατύχημα.

 

Ιστορία δεύτερη

Βρισκόμαστε πάλι στο 2011. Είναι χειμώνας. Εχει ρίξει πολύ χιόνι και το έχει παγώσει κιόλας. Τα αυτοκίνητα δεν μπορούμε να τα βγάλουμε από το γκαράζ και έτσι το μόνο μέσο για να μετακινηθούμε είναι τα πόδια ή το ταξί.

Για να μοιράσουμε την απόσταση δίνουμε ραντεβού στην Τσόντζα, τότε που ακόμα η πιάτσα των ταξί βρισκόταν εκεί και δεν είχε μεταφερθεί στην Ιπποκράτους.

Εγώ καθότι κρυουλιάρα είχα τυλιχτεί σαν γιαπράκι-κοινώς είχα φασκιωθεί. Φορούσα ένα σκουφί, ένα κασκόλ λαιμού, ένα διπλό μπουφάν σκουρόχρωμο και τεραστίων διαστάσεων, ένα φαρδύ χειμωνιάτικο παντελόνι και κάτι παλιά αρβυλάκια.

Φτάνω πρώτη και μετά από λίγο τη βλέπω να έρχεται κι αυτή. Κοντοστέκεται και δεν πλησιάζει.
Κουνάω το χέρι να τη χαιρετήσω, τη βλέπω να κοιτάζει δεξιά κι αριστερά. Ξανακουνάω το χέρι να τη χαιρετήσω και πάλι κοιτά απορημένη δεξιά κι αριστερά.

Βγάζει το κινητό της να με πάρει τηλέφωνο. Εντωμεταξύ, εγώ πού να το ακούσω εκεί που ήταν, τα ρούχα λειτουργούσαν και ηχομονωτικά.

Ξανακουνάω το χέρι, πάλι δεν ανταποκρίνεται. Ε, τότε παίρνω την απόφαση να την πλησιάσω. Κάνω λίγη ώρα να διασχίσω το κομμάτι πάγου που μας χώριζε και όταν βρεθήκαμε σχεδόν πρόσωπο με πρόσωπο μέσα στη μαυρίλα της νύχτας τρομάζει και λέει:

-Μαρή, με τρόμαξες! Πώς κατέβηκες έτσι; Ρε, λες και ήρθες, δεν ξέρω και γω από πού ήρθες! Δεν ντράπηκες που διέσχισες όλη την πλατεία και όλα τα μαγαζιά έτσι; Εγώ δεν σε ξανακυκλοφορώ μέχρι να λιώσουν οι πάγοι!

 

 

30/04/2020

Πεντηκοστή πρώτη μέρα στο σπίτι.

Σήμερα θα ξυπνούσα με έναν μικρό πονοκέφαλο. Χθες το βράδυ θα γιορτάζαμε τα γενέθλια μιας καλής φίλης. Θα δηλώναμε ότι θα πηγαίναμε για σωματική άθληση. Μέσα στα σακίδιά μας θα κουβαλούσαμε πίτσες, γλυκά και ποτά.

Θα φτάναμε σπίτι της. Θα χτυπούσαμε το κουδούνι και αυτή θα μας άνοιγε. Θα τσίριζε από τη χαρά της και θα τραβούσε βίντεο με το κινητό. Θα το ξαναβλέπαμε του χρόνου την ίδια μέρα. Θα βγάζαμε παπούτσια, θα βάζαμε παντόφλες, θα φορούσαμε πιτζάμες. Θα πιάναμε από μια θέση στον καναπέ και σε πιάτα γενεθλίων θα τρώγαμε όση πίτσα αντέχαμε.

Θα βάζαμε μουσική και θα χορεύαμε τάνγκο, μπατσάτα, ντεσπασίτο κι άλλα καινούρια που εγώ δεν θα ‘ξερα. Θα βγαίναμε και λίγο στο μπαλκόνι. Θα απλώναμε τα χέρια έξω από τα κάγκελα να πέσουν οι σταγόνες της βροχής στη χούφτα μας και θα λέγαμε•τι καλά! Κάποιοι θα περνούσαν από κάτω και θα σήκωναν το βλέμμα. Ίσως θα χαιρετιόμασταν και θα λέγαμε καλή λευτεριά.

Θα μπαίναμε ξανά μέσα στο σπίτι και θα συζητούσαμε ό,τι μας βάραινε και ό,τι μας ευχαριστούσε. Και όταν η ώρα για την τούρτα θα ‘χε φτάσει, θα ανοίγαμε και μια σαμπάνια. Θα τσουγκρίζαμε και θα ψιθυρίζαμε η μία στην άλλη ευχές. Μετά θα τρώγαμε από δύο κομμάτια και λίγο πριν τις δώδεκα σαν τις Σταχτοπούτες θα γυρνούσαμε σπίτι κουβαλώντας από μια σακούλα φάρμακα. Έτσι, θα γιορτάζαμε γενέθλια καραντίνας, αν δεν φοβόμασταν, αν δεν έπρεπε να μείνουμε σπίτι.Τα μεταφέραμε για τον επόμενο μήνα.

Πεντηκοστή πρώτη μέρα στο σπίτι.

Ξύπνησα με ένα σπυρί που τσούζει. Όταν βγαίνει αυτό το σπυρί θυμάμαι πόσα έχω να γράψω και σφίγγεται η κοιλιά μου. Αγχώνομαι.

Ο χρόνος μου τελειώνει…

 

 

 

Ελένη Γκόρα

 

Submit a Comment

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *