Παραλογία και Το χρώμα των ονείρων: Ένα παραμύθι και μια ποιητική συλλογή του Παναγιώτη Γ. Μπετσάκου

“Το περιοδικό που εργάζομαι, στα πλαίσια του αφιερώματος που κάνει στις “Άγνωστες Χώρες”, μου ανέθεσε να ετοιμάσω ένα εκτενές άρθρο για την Παραλογία”. Έτσι, περίπου ξεκινάει, με ένα παραμύθι, η “Παραλογία και το Χρώμα των ονείρων” (2021) του Παναγιώτη Μπετσάκου, που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αρμός. Το βιβλίο αυτό λοιπόν, αποτελείται από ένα παραμύθι την “Παραλογία¨ κι από μια ποιητική συλλογή “Το χρώμα των ονείρων”.

Στο παραμύθι αυτό ο ήρωας επισκέπτεται στην Παραλογία, που κάλλιστα θα μπορούσε να μοιάζει με οποιαδήποτε άλλη πόλη κάτω από το πρίσμα του ευφάνταστου και του χιουμοριστικού. Η Παραλογία είναι μια πόλη 40.000 κατοίκων σε υψόμετρο 2000 μέτρων. Μόνο το κέντρο της είναι φωταγωγημένο. Στους δρόμους της ελάχιστοι άνθρωποι κυκλοφορούν. Κι όταν κανείς τους γνωρίσει καλύτερα θα μάθει πως οι κάτοικοι ασχολούνται με τα όνειρα. Κάθε πρωί το κέντρο των συζητήσεων είναι τα όνειρα. Ακόμα, η πόλη αυτή στο κέντρο της διαθέτει και μια Βιβλιοθήκη με χιλιάδες τόμους, αλλά με κανέναν γνωστό συγγραφέα. Είναι όλοι τους κι αυτοί Παράλογοι. Ο ήρωας λόγω μερικών καθοριστικών γεγονότων αναδεικνύεται ως ο μεγάλος τους ποιητής. Πιστεύει μάλιστα, πως η ποίηση δεν είναι λιγότερο μυστηριώδης από την επιστήμη και τα υπόλοιπα στοιχεία του σύμπαντος. Καταφέρνει να κερδίσει έτσι και μικρά παιδιά, τα οποία του στέλνουν γράμματα θαυμασμού και ολόκληρα ποιήματα. Κάποια στιγμή ο ήρωας-ποιητής εξαντλημένος από την προσπάθεια να γράψει για όλα όσα του ζητάνε πέφτει για ύπνο και βλέπει όνειρα περίεργα. Μόλις ξυπνάει πιάνει μολύβι και χαρτί και γράφει Το χρώμα των Ονείρων.

Στο “Χρώμα των ονείρων” ο ποιητής ξεκινά με ένα υπόμνημα “Γράφοντας το ποίημα πεθαίνω κι ανασταίνομαι” κι ύστερα εκφράζει την επιθυμία του να γράψει ένα ποίημα που από τη μια να ενώνει όλες τις εικόνες που αντικρίζει κι από την άλλη να είναι συγκινησιακά φορτισμένο “Ήθελα πολύ να γράψω ένα ποίημα/ […] Μα (κι αυτά) δεν μπόρεσα”. Η προσπάθεια είναι άκαρπη-έτσι νομίζει το ποιητικό υποκείμενο-γιατί η ποίησή του είναι απλή, γεμάτη καλοσύνη κι αυθορμητισμό “Δεν ξέρετε πόσο με κούραζαν πάντα οι φιλοσοφίες./ Κι αν δω φιλοσοφίες σ΄ ένα ποίημα εξοργίζομαι”. Η μουσική τον συντροφεύει. Από το ηχείο ακούγονται τζαζ και μπλουζ κομμάτια με αναγνωστική συντροφιά τον Μπόρχες, τον Ουάιλντ και τον Πόε

Τα Μπλουζ και τα φαντάσματα

είναι μαζί μας κι αιώνια

θα μας δείχνουν το δρόμο

της ευτυχίας και της θλίψης.

Κι ύστερα έρχεται η θλίψη, το συναίσθημα εκείνο που νιώθει κάθε συγγραφέας όταν βλέπει το έργο του να μην βρίσκει την αναγνώριση που του αξίζει, όταν κάποιοι το εχθρεύονται και κάποιοι άλλοι το προσπερνούν. “Γι’ αυτό είσαι ποιητής, φίλε μου! Για να δέχεσαι τον πόνο ως σπόρο και την αχαριστία ως δώρο”. “Τα ποιήματα είναι για όλους, σαν τις πλατείες”, διατείνεται ο Μπετσάκος θέλοντας να μετατρέψει την ποίηση από ένα εσωστρεφές είδος σε ένα είδος προσιτό για όλο τον κόσμο. Όπως η γεωμετρία έχει την ευθεία, έτσι και η λογοτεχνία θα μπορούσε να έχει την ποίηση “Ο συντομότερος δρόμος είναι η ευθεία”. Ωστόσο, ο ποιητής παρατηρεί πως οι άνθρωποι κάνουν συνέχεια κύκλους, στρίβουν διαρκώς, χάνοντας τον προσανατολισμό τους. Με το συμπέρασμα αυτό ο Μπετσάκος αποπειράται να εξηγήσει τη συμπεριφορά του κόσμου και κατ΄ επέκταση να βρει την απάντηση γιατί η ποίηση είναι για λίγους.

Η ποίηση είναι για λίγους, γιατί αποτελείται κυρίως από λευκό και μαύρο. “Και το λευκό,/που είναι το σύνολο των χρωμάτων/ και το μαύρο, που είναι ό,τι δεν βλέπουμε […]/ Το φως το έφτιαξε ο Θεός πρώτα απ΄ όλα/ και ίσως θα ‘ναι το τελευταίο/ που θα μάθουμε τα μυστικά του.” Η ποίηση είναι εκείνο το “μέρος που συμπίπτουν/μα δεν υπάρχουν ούτε ελάχιστα/ το οικείο και το απόμακρο/ το ζωντανό και το ονειρώδες/ το στέρεο και το ρευστό”, εξηγεί σε ένα άλλο του ποίημα ο Μπετσάκος.

Όπως και στο επόμενο του βιβλίο “Στην ακροθαλασσιά της μνήμης” (2023) έτσι και σε αυτό ο ποιητής περιστρέφεται γύρω από τις έννοιες της φυσικής (σωματίδια, κβαντική, ανακλάσεις, μήκη κύματος, μόρια, Brown, κυκλικά, περιοδικά) και του χρόνου (θυμάμαι καλά, χωρίς μέλλον, Σεπτέμβρης, εδώ και πέντε χρόνια, βραδάκι, εποχές, ρολόι, Μάρτης, η μέρα κτλ.). Ποίηση γι΄ αυτόν είναι το σύμπαν που επισκέπτεται τις νύχτες. Το ποιητικό του σύμπαν είναι τρυφερό και φωτεινό

με τους ανθρώπους που φύγαν

με τους ανθρώπους που ζήσαν άξια

με τους ανθρώπους που ζήσαν μόνοι

με κείνους που στο πεζοδρόμιο και στην αρρώστια

χαμογέλασαν κρύβοντας τον πόνο τους

Στα ποιήματά του ο ποιητής δείχνει ότι ανησυχεί για τον πόνο και τη δυστυχία στον κόσμο. Στεναχωριέται για τους φτωχούς, τους άρρωστους, τα παιδιά της Αφρικής, τους μοναχικούς ανθρώπους. Ο Μπετσάκος είναι γεμάτος αγάπη. Θέλει να δώσει αγάπη “Ζύγισα κάθε λέξη εκατό φορές/Προσπάθησα να υπολογίσω/πόσο θα τις μετρήσει η δική σου ζυγαριά”, αλλά να πάρει και αγάπη “Την χρειάζομαι την αγάπη σου·/να με ακούει/ να με εμψυχώνει,/ακούραστη, συνεπής”. Επίσης, ο ποιητής ξέρει να ζητάει και συγνώμη

Σε παρακαλώ φίλε, αποδέξου την απόφασή μου.

Μπορείς έστω και απ΄ την απέναντι όχθη

να βαδίζεις μαζί μου, στην ίδια πορεία.

[…]Συγχώρεσέ με.

Και σε μερικά ποιήματα πιο μετά ο Μπετσάκος πάλι με την αίσθηση του χρέους απέναντι στην αιώνια και παναθρώπινη αγωνία “δεν είμαι ούτε ο πρώτος/ούτε ο τελευταίος, ούτε ο μοναδικός” καταπιάνεται με τον θάνατο ‘Όταν πεθαίνει ένας άνθρωπός μας/ όλα βουβαίνουν μέσα μας”, “η ζωή ζυμώνεται πάντα με τον θάνατο/στο ίδιο μπολ”,  “τίποτε δεν μπορούσε να τους σώσει/ από αυτόν τον αιώνιο τρόμο”, “τη μυρωδιά του θανάτου” και προσπαθεί να τον ερμηνεύσει ως “δεν μπορείς να αλλάξεις τον μηχανισμό του ρολογιού”, να τον λογικοποιήσει “το ξέρω ότι δεν θα έρθεις”, να τον απαλύνει “θα αντέχεις στον πόνο/ […] η αγάπη είναι η ζωή, “δεν ήξερα ότι μετά τον θάνατο/θα έρθω πάλι κοντά σου”, “ο φόβος σιγά σιγά μ’ αφήνει”, “έτσι νωχελικά μα σταθερά που ερχόταν/ μου φάνηκε σαν την Ελπίδα”.

“Η Παραλογία και το Χρώμα των ονείρων” είναι ένα βιβλίο όχι αμιγώς ποιητικό. Η γραφή του Μπετσάκου ακροβατεί ανάμεσα στον πεζό λογοτεχνικό λόγο με το παραμυθιακό στοιχείο, την ποίηση με έντονο το λυρικό στοιχείο και την πεζόμορφη ποίηση με την παραδοσιακή όμως, ποιητική της μορφή. Θεματικοί πυρήνες του έργου του είναι ο αλληγορικός μύθος, η ποίηση, η επιστήμη, η αγάπη και ο θάνατος.

 

 

Ελένη Γκόρα

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *