Google PlusFacebookTwitter

Ζωή

on Ιαν 3, 2021 in Φιλοξενούμενοι | 0 comments

Share On GoogleShare On FacebookShare On Twitter

Ζωή

 

Ήμουν ένα μωρό

Ένα νίνιο στη θάλασσα των ανηλίκων στιγμών

Ήθελα να φάω, μου το ‘διναν

Ήθελα να παιξω, μου το ‘διναν

Ήθελα να δω, μου το ‘δειχναν

Ήθελα να μάθω, μου το ‘λεγαν

 

Αλλά ήρθαν κι οι στιγμές που αυτά που ήθελα δεν ακούγονταν

Ήθελα, αλλά μου έλεγαν

Ήθελα, αλλά μου έδειχναν

Ήθελα, αλλά με πήγαιναν

Ήθελα, αλλά μου ζητούσαν

 

Έπειτα ήρθαν άλλα πράγματα

Μου έδειχναν πράγματα που δεν έβλεπα

Μου έλεγαν πράγματα που δεν άκουγα

Με πήγαιναν εκεί που δεν αναγνώριζα

Μου είπαν πράγματα που δεν φανταζόμουνα

 

Και υπήρξε μια στιγμή που κράτησε χρόνια, που όλα αυτά

συμπλέχτηκαν. Σε ένα πράγμα.

Θυμόμουν πράγματα ωραία που μου άρεσαν

Θυμόμουν πράγματα άσχημα που με στεναχωρούσαν

Θυμόμουν πράγματα αλλόκοτα που είχαν κάτι ωραίο

Θυμόμουν πράγματα που ήταν συνεχώς δίπλα μου και να τα

καθορίσω αδυνατούσα.

 

” Τι είναι αυτό;” αναρωτήθηκα

“Τι είναι αυτό το σύμπλεγμα;”

Και μου είπαν ότι με αυτά πρέπει να μάθω να ζω

Πώς θα ζω;

Πότε θα ζω;

Γιατί τώρα τι κάνω;

 

Διάλεξα κενό στον χώρο γύρω μου

Το πήρα

Έβγαζα χρωματιστές γραμμές κυματίζοντας τα χέρια μου

Φώναζα πάθη και συγκινήσεις να στολίζουνε τον χώρο μου

Όπλισα τα μπράτσα μου για να φτιάξω φίλους δίπλα μου

Φούντωσα τις πυρκαγιές στα στήθια μου, ειδάλλως θα με βασάνιζαν

Κι ύστερα κάθισα στην άκρη

Κι αναρωτήθηκα

“Τώρα ζω;”

Ντράπηκα απ’ την ησυχία

 

Ελάττωσα το κενό γύρω μου

Μετέδωσα τις φωτιές γύρω μου

Ζήτησα έρωτα και συντροφιά

Προσέφερα θέση για το ταξίδι της τρέλας μου

 

Με πλήγωσε το ψεύτικο γέμισμα

Περιγελάστηκαν οι περήφανες φωτιές μου

Οι ζητιάνοι του έρωτα παρέμειναν ζητιάνοι

Ή σε πλάσματα με τεράστια αγκάθια στο κεφάλι μεταμορφώθηκαν

Και την προσφορά μου εκμεταλλεύτηκαν για όφελος αλλιώτικο

 

Ωστόσο,

Και πάθη μου ακούστηκαν

Και τρέλα μου ερωτεύτηκαν

Και την καρδιά μου γλύκαναν

Και τις φωτιές μου φούντωσαν

 

Αλλά στο κενό επέστρεψα

Με τα μάγουλα βρεγμένα

Με την καρδιά άδεια

Με το μυαλό πεινασμένο

Και τη φαντασία οργιασμένη

Και κάθισα στην ησυχία

Αγκαλιάζοντας με μανία το κενό

“Τώρα ζω;” είπα

 

Αλλά το γαλανό του ουρανού ξανάρθε

Ξανά και ξανά

Και η συνεχής ροή

Ύπουλα μου γεννούσε μια ελπίδα

Και άφησα το κενό να μου κάψει τα στήθια

Ούρλιαξα, αλλά πίεσα όλο και πιο δυνατά

 

Το γαλανό του ουρανού δεν σταματούσε

Μου έδειξε την αφθονία του στον χρόνο

Έτσι δούλεψα τα χέρια μου να μάθω να χτίζω

Άνοιξα τα μάτια μου να μάθω να μαθαίνω

Κράτησα τον εγωισμό μου για να μάθω να προσέχω

Άνοιξα την καρδιά μου για να μάθω να αγαπώ

 

Και έπειτα ένιωσα ότι κάνω κάτι για τον εαυτό μου

Προστατεύω

Συντηρώ

Σπρώχνω

Δείχνω

 

Αλλά η ντροπή με κρατούσε

Δεν ήξερα να μιλάω

Για να προσκαλέσω

Δεν ήξερα να κρατώ

Για να εκτιμήσω

Δεν ήξερα να ακούω

Για να μάθω

Δεν ήξερα να συγχωρώ

Για να ξεχάσω

 

Και να σου

Ένα σύμπλεγμα

Φωτεινό

Τεράστιο

Ζωηρό

Σπινθηροβόλο

Αληθινό

Οργισμένο

Παλαβό

Ρομαντικό

Γλυκό

Σταματάει δίπλα μου

“Έλα”, μου λέει

 

Ήταν κι άλλοι στο σύμπλεγμα

Που το τροφοδοτούσε κόσμος πολύς

Κρυμμένοι απ’ τους ψεύτικους

Τους σαθρούς

Τους βραχείς

Εξαφανίστηκαν

 

Έμειναν μόνο άνθρωποι που το τροφοδοτούσαν

Με αγάπη

Αλληλεγγύη

Συντροφιά

Πάθος

Αλήθεια

Στα μάτια τους υπήρχε η ανάγκη να δουν κάτι που θα τους κρατούσε παρέα στη μοναξιά

Που όλοι είχαν

Κι όλοι μοιράζονταν

 

Μα είχαν ανάγκη

Να δουν πράγματα περίεργα

Και είδαν

Ένα άστρο μπροστά τους να φωτίζει

Να τραβάει πάθος και αγάπη

Να τους τυφλώνει

Και να μένουν άλαλοι

Είδαν το κενό γύρω τους να αλλάζει

Να πυκνώνει

Είδαν την οργή να τους εκφράζει

Και να τους συγκινεί

 

Είδαν το πάθος να ζωηρεύει τόσο πολύ

Που η νύχτα έγινε μέρα

Οι κραυγές να επικρατούν τόσο πολύ

Που ήταν οι παιδικές κραυγές.

Των μεγάλων

Είδαν τα καλαμπούρια

Τα πιο ειλικρινή

Να τους απελευθερώνουν

Και να μην ανησυχούν

 

Κι έπειτα στον γυρισμό

Ο καθένας κουβαλούσε ένα χαμόγελο

Κι οι αναστατωμένοι ήταν λίγο πιο γαλήνιοι

 

Και να ‘μαι πάλι

Στο κενό

Καθώς μειώνεται

Γύρω μου

Σιγά – σιγά

 

Και να άνθρωποι

Να πλησιάζουν

Και οι ιστορίες

Οι καλές

Να πληθαίνουν

Λίγο – λίγο

 

Αλλά έχω κι εγώ
καλές.
Βαγγέλης Σκούρος

Submit a Comment

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *