Τέταρτη νύχτα στη σειρά. Ο Σταύρος με κινήσεις αιλουροειδούς σηκώνεται από το κρεβάτι, πάει στο σαλόνι και ξετρυπώνει το πακέτο με τα τσιγάρα απ’ το σύνθετο.

Πρώτη τζούρα στο μπαλκόνι κι όλη του η ευχαρίστηση ασπρίζει σε ένα πυκνό σύννεφο καπνού κάτω από το φως της λάμπας του δρόμου. Δεύτερη ρουφηξιά, τρίτη, ζαλάδα, τύψεις και φόβος. Πάλι δε θα κλείσει μάτι σήμερα.

Η Σιμόν του το έχει ξεκαθαρίσει. Αν δεν κόψει το τσιγάρο τελειώσανε. Ο πρώην άντρας της πέθανε από καρκίνο των πνευμόνων, μανιακός καπνιστής. Δε θέλει λέει να περάσει τα ίδια. «Λες κι είμαστε σε αμερικάνικη ταινία» σκέφτεται . « Όποιος καπνίζει πεθαίνει. Μαλακίες». Αφού προσπάθησε, να πεις ότι δεν προσπάθησε. Πήγε στο νοσοκομείο, του έδωσαν χάπια. Ρώτησε για τις παρενέργειες αλλά κανείς δεν είχε σαφή απάντηση. «Εξαρτάται τον ασθενή κε Συμεωνίδη». Τα πήρε τα χάπια. Αϋπνίες ή εφιάλτες μόλις κατάφερνε να κλείσει τα μάτια του, κρύος ιδρώτας, νεύρα, κατάθλιψη. Τους έδωσε μία και τα πέταξε πέρα κει. Κι έκατσε μόνος να μασουλάει τα νύχια του, με τη Σιμόν να του χαϊδεύει τα λιγοστά μαλλιά για συμπαράσταση. Την αγαπάει τη Σιμόν. Από τότε που τον χώρισε η γυναίκα του, μόνο αυτή στάθηκε δίπλα του. Με τον καιρό αποφάσισαν να αφήσουν τις απώλειες στο παρελθόν και να μείνουν μαζί σαν δυο καλοί συγκάτοικοι, φίλοι, σύντροφοι κι εραστές. Αλλά με μια συμφωνία, εκείνος να κόψει το τσιγάρο κι εκείνη να τον παντρευτεί, αφού είχε ορκιστεί στον εαυτό της πως δε θα ξαναπαντρευόταν ποτέ. Κι έτσι κι έγινε. Η συμφωνία είναι συμφωνία.

Το τσιγάρο τελείωσε κι ο Σταύρος απέμεινε με τη γόπα να σκέφτεται πως για ακόμη ένα βράδυ ριψοκινδυνεύει. Πετάει τη γόπα στον πολυσύχναστο δρόμο να συναντήσει εκείνες των περαστικών. Γυρίζοντας να μπει στο σαλόνι, βλέπει τη Σιμόν που στέκεται και τον κοιτάζει αμίλητη. Εκείνη πηγαίνει ξανά στο κρεβάτι. Ο Σταύρος την ακολουθεί, ξαπλώνει δίπλα της. «Σιμόν. . .» ψιθυρίζει ενοχικά. Η Σιμόν γυρίζει απ’ την άλλη. «Αύριο» του λέει κουρασμένα και σβήνει το φως.

Ο ύπνος πρέπει να τον πήρε ελάχιστα το πρωί. Εξαντλημένος σηκώνεται και πάει στην κουζίνα. Ο καφές του στο γνωστό μέρος. Η Σιμόν όμως όχι. Γυρίζει στα δωμάτια, τίποτα. Υποψιασμένος πλέον ανοίγει την ντουλάπα. Η μεγάλη δερμάτινη τσάντα που της είχε πάρει δώρο στα γενέθλιά της λείπει. Μαζί και μερικά ρούχα. Αυτό ήταν, έφυγε. Το ‘πε και το κανε. Έτσι είναι η Σιμόν. Δε λέει φαμφάρες. Δεν είναι σαν τις άλλες. Ό,τι είναι θα στο πει και θα το εννοεί.

Ο Σταύρος κατάκοπος από την αϋπνία και τη στενοχώρια μπαίνει πάλι στην κουζίνα και κάθεται στο τραπέζι κυκλώνοντας την κούπα του καφέ με τα χέρια του. Του έφτιαξε τον καφέ πριν φύγει. Γιατί; Για να του δείξει ότι αυτή ήταν εντάξει απέναντί του ακόμη και την τελευταία στιγμή; Ναι, τα κάνει κάτι τέτοια η Σιμόν. Ο Σταύρος κατέβασε το βλέμμα στην κούπα σαν να έγινε εκείνος ο καφές ότι πιο πολύτιμο απέμεινε από εκείνη. Όλος του ο κόσμος τώρα καθρεπτίζεται στο μαύρο ρόφημα. Και ο κόσμος πλέον είναι το κουρασμένο του πρόσωπο, το ρυτιδωμένο από την αϋπνία και τη μιζέρια. «Να βλάκα, έτσι θα είσαι από δω και πέρα», σκέφτεται.

Ο καπνός κατεβαίνει αργά στο φάρυγγα και έπειτα στα πνευμόνια. Νιώθει κάθε στροφή της νικοτίνης, κάθε πέρασμα μέσα του. Τώρα πια δεν τον νοιάζει. Τώρα θα καπνίζει μέχρι να πεθάνει. Μα εκεί που κάπνιζε όλο φούρια, ξαφνικά, το χέρι του σβήνει το τσιγάρο και απομένει εκεί στο τασάκι, απολιθωμένο. Μόνο το πρόσωπο ζάρωσε τόσο πολύ, που τα δάκρυα έκαναν κύκλους μέχρι να ξεπηδήσουν από το πηγούνι.

Δεν ξέρει πόση ώρα πέρασε μέχρι που οι φωνές της Σιμόν τον ξύπνησαν από το λήθαργο. «Ως εδώ και μη παρέκει. Είπα να κάνω το βλάκα για τις νύχτες που τις βγάζεις στο μπαλκόνι με το πακέτο στο χέρι, αλλά μέσα στο σπίτι τέτοιο ντουμάνι; Αυτό παραπάει!» Ο Σταύρος δεν κατάλαβε καν τι έγινε. «Κάπνισα πολύ και μου σάλεψε» σκέφτεται. Η Σιμόν πετάει τα ψώνια στο πάτωμα και ανοίγει το παράθυρο. «Σήκω! Τι με κοιτάς;» φώναξε νευριασμένα, μα η φωνή της χαλάρωσε απότομα όταν κατάλαβε ότι κάτι δεν πάει καλά.

-Κλαις;

– Δεν καταλαβαίνω, λέει και κομπιάζει, δεν έφυγες;

-Μέχρι την αδερφή μου πήγα και στο σούπερ μάρκετ. Τι εννοείς έφυγα;

-Τα ρούχα, η τσάντα… συνέχισε λιγόψυχα και νυσταγμένα ο Σταύρος.

Η Σιμόν τον αγκάλιασε με το βλέμμα της. Κατάλαβε. «Τα πήγα στην αδερφή μου που μου τα ζήτησε για το ταξίδι» είπε και έκατσε στην καρέκλα. Ο Σταύρος χαμήλωσε το βλέμμα κάπως ντροπιασμένα. Η Σιμόν του εξήγησε πως το είχε καταλάβει ότι κάπνιζε, ωστόσο μετά και την τελευταία αποτυχημένη προσπάθεια με τα χάπια, δεν είχε σκοπό να τον πιέσει άλλο. Για δυο τρία τσιγάρα την ημέρα δεν θα μίλαγε, αν ήταν να ηρεμήσει κι εκείνος. Αλλά το να σκεφτεί πως θα τον άφηνε έτσι, αυτό δεν είχε να κάνει με το τι του είχε περάσει σαν ιδέα του ίδιου, αλλά πολύ πιθανόν με τη γοητευτική του αθωότητα και περισσότερο με την αϋπνία του. Έτσι, τον πήρε απ’ το χέρι και τον οδήγησε στο υπνοδωμάτιο. Ο Σταύρος κουκουλώθηκε με την ψιλή κουβέρτα που μύριζε τριαντάφυλλο κι όχι τσιγαρίλα, όπως ήξερε στην προηγούμενη έγγαμη ζωή του, και κοιμήθηκε τόσο γρήγορα και τόσο βαθιά που το χαμόγελο έμεινε για ώρα σχεδιασμένο στο πρόσωπό του.

 

Βασιλική Ανδρικοπούλου

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *