«Αφού σου λέω, είμαι ρομπότ. Πάντα στην ώρα μου …δεν χάνω τίποτα …πόσο μάλλον τα ραντεβού μου και τα πράγματά μου.»

«Μωρέ δεν σε φοβάμαι εγώ εσένα», έλεγε η “καλή” του, «την άλλη φοβάμαι… (ψιθυριστά), μη λέμε ονόματα, τη γκαντεμιά σου,…..σσστττττ….».

«Πότε θα γεννήσει η Βασιλική;»

«Στις 28»

Δέκα μέρες νωρίτερα, νομίζω είναι καλά. Να σου τύχει και μια αναποδιά, άντε δυο, σκέφτηκα.

«Λοιπόν, Ταυτότητα …λεφτά …κάρτες …φορτιστή …κινητό …βρακιά (το κόκκινο και αυτό με τον Τουίτι )…λουκάνικα για τον σύντεκνο Γιάννη …νομίζω είμαστε εντάξει»

Η “καλή” του καμάρωνε!

«Τι λεβέντης!, τι νοικοκύρης!, τι οργάνωση!… φτού σου!»

«Αφού σου λέω ,είμαι ρομπότ»

«Φιλιά…. και το νου σου στο παιδί» έλεγε αυτή και συνέχισε… «τι προκομμένος!»

Το λεωφορείο του ΚΤΕΛ από την Πάτρα ξεκίνησε, μαύρα μεσάνυχτα, με καμιά εικοσαριά επιβάτες ,και έναν “προκομμένο.”

Πάτρα-Αθήνα.

Κηφισός ώρα 05.02.

«Ένα εισιτήριο για το Βενιζέλος, όχι τον Βαγγέλη, τον άλλο με τα στρογγυλά γυαλιά,» είπα δείχνοντας έτσι την διάθεση μου για χιούμορ, στον κύριο που ήταν μέσα σε ένα λευκό κουτί σαν αυτά, από ψυγεία δίπορτα.

«Ένα εισιτήριο; …….για το Βενιζέλος; ……..πρωι πρωί; ………. και μου δίνεις πενηντάρικο και κάνεις και χιούμορ!!» … είπε αυτός με μια μουτσούνα σαν σκυλί ,αυτό που τα μούτρα του είναι σα πλισέ φούστα.

Κακό σημάδι σκέφτηκα, ας περιμένω να μαζέψει κάνα ψιλό και μετά ξανάπαω στο “σκύλο”.

Είχαν βγάλει εισιτήριο όλοι, είχαν καθίσει στις καρέκλες και το “ρομπότ” ξαναπήγε στο “Ψυγείο”.

«Ένα εισιτήριο για το Αεροδρόμιο Ελευθέριος Βενιζέλος παρακαλώ.»

Δεν υπήρχε χιούμορ αυτή τη φορά (δεν την ξαναπατάω) σκέφτηκε και αφού πήρε το εισιτήριο μπήκε στο λεωφορείο με μια έρμη βαλίτσα που κάπου έπρεπε να τη βάλει. Αυτό ήταν!. Ο σκύλος του ψυγείου και το ρομπότ χώρισαν για πάντα. Φεύγοντας το λεωφορείο, το “ρομπότ” κοίταξε το “σκύλο” από το παράθυρο και του είπε: «Στη βαλίτσα είχα και λουκάνικα , εεε.. μα πια, σου χρειαζόταν» και φανερά ικανοποιημένος για την “εκδίκηση” που πήρε, πήγε να καθίσει κάπου πίσω σε μια ακρούλα. Έξω, σα να ακούστηκε κάτι σα γαύγισμα.

Χανιά ώρα 09.00

«Μωρέ δεν σε φοβάμαι εγώ εσένα», άκουγε και ξανάκουγε την “καλή” του.

Και τα λουκάνικα βγήκαν από τις βαλίτσες …οι τσικουδιές πήραν φωτιά …οι στάκες πήγαιναν και έρχονταν και το “ρομπότ” γαλήνεψε, χαλάρωσε, το ξανασκέφτηκε και φώναξε δυνατά.

«Έχω μέρες μπροστά μου μωρέ, θα κάτσω δυο τρεις μέρες στα Χανιά και μετά θα πάω στο Ρέθυμνο στο παιδί.»

Αυτό ήταν , οι τσικουδιές πήραν φωτιά…….. αλλά μέσα μας.

Οι δυο μέρες έγιναν τρεις, τέσσερις, μπορεί και πέντε, που να ξέρω πόσες ήταν , για βαλε εσύ να μετρήσει μέρες ένας που μυρίζει το τομάρι του τσικουδιά , να δεις ,μπορεί;

Χανιά ΩΡΑ 05.20

«Βρέ ανεπρόκοπε, βρέ άχρηστε , βρέ ανεύθυνε, το παιδί γεννάει στο Ρέθυμνο και συ “κόβεις” ύπνους στα Χανιά!!!» Άκουσα μια γνώριμη φωνή στο τηλέφωνο που σήκωσα πριν από ένα δευτερόλεπτο και ήταν σαν να έφαγα μια σφυριά στο κεφάλι.

Πετάχτηκα όρθιος ,άρχισα να τρέχω μέσα στα σκοτάδια , δεν ξέρω προς τα πού να πάω ,αλλά και να ήξερα δεν θα πήγαινα, δεν υπήρχε μυαλό στο κεφάλι μου, γκρέμισα κάτι καρέκλες κάτι σκαμπό έπεσα κάτω, ξανασηκώθηκα.

Βγήκα σε ένα σαλόνι, μάλλον του Γιάννη πρέπει να ήταν….

«Γιάννη σήκω πρέπει να φύγω, να με πας στο ΚΤΕΛ για Ρέθυμνο, γεννάει το παιδί.»

“Νεκρός” ο Γιάννης.

Βαριά τα λουκάνικα και η τσικουδιά, δε λέω, είχε κι αυτή το βάρος της.

Ο Γιάννης σηκώθηκε,

«Να πάρουμε το αυτοκίνητο του φίλου μου του Λευτέρη, από εδώ δίπλα είπε, γιατί το δικό μας δεν έχει μπαταρία.»

Ρομπότ και ο Γιάννης…

«Μωρέ άλλον φοβάμαι εγώ, έλεγε κι ξανάλεγε η καλή του.»

«Πάρε ότι θες ,αλλά πρέπει, τώρα .»

Φύγαμε, έπρεπε να βάλουμε και βενζίνη

Και ο Λευτέρης Ρομπότ σκέφτηκα.

ΩΡΑ 05.29

Φτάσαμε στο ΚΤΕΛ»

«Ένα…. για Ρέθυμνο»

«Μέσα στο λεωφορείο εισιτήρια» μου είπε ο υπεύθυνος.

στα πόδια… φτερά… τρέχω ίσα που προλαβαίνω,

«Γιάννη τα ξαναλέμε»

Έφυγε το λεωφορείο, έφυγε και ο Γιάννης.

Και εγώ με μια σφυριά στο κεφάλι προσπαθώ να βάλω μια τάξη στη αταξία που επικρατούσε “εντός”.

«Ουφ» έκανα, και σκέφτηκα να σώσω ότι σώζεται ,θα πάρω ένα τηλέφωνο τη Βασιλική η τέλος πάντων όποιος σηκώσει το τηλέφωνο της και να της πω:

«Μην στενοχωριέσαι κοριτσάκι μου, να, ο μπαμπάκας έρχεται , το ξέρεις ότι είναι πάντα στην ώρα του …εεε.. δεν το ξέρεις;»

Ψάχνω το κινητό μου.

Κρύος ιδρώτας …παγωμένος άρχισε να στάζει στο διάδρομο και να τρέχει στις σκάλες του λεωφορείου.

Άφαντο το κινητό, άφαντο και το μυαλό και η ψυχραιμία.

Ένα λεωφορείο του ΚΤΕΛ 50 θέσεων με σαρανταεννιά τουρίστες και ένα “Ναυάγιο”.

Το “Ναυάγιο” προσπαθεί να μαζέψει τα υπολείμματα μυαλού που του είχαν απομείνει.

«Το ξέχασα στο αυτοκίνητο του Γιάννη. Ποιανού Γιάννη δηλαδή, του Λευτέρη.» αναφώνησε.

Α ρε Γιάννη που έχεις το μυαλό σου σκέφτηκα, αλλά επειδή έπρεπε να κατονομάσω κι άλλους… σταμάτησα.

Μετά από καμιά εκατοστή στάσεις, η εικόνα του Ρέθυμνου φάνηκε μπροστά μου σαν την Ιθάκη.

Εδώ που τα λέμε την προτιμούσα καλύτερα σε σχέση με τη “διαδρομή” κι ας λέει ο ποιητής άλλα. Τότε προφανώς δεν υπήρχαν κινητά.

Έτρεξα… μάλλον με τα πόδια.. που να θυμάμαι!!

Είδα ένα μεγάλο κτήριο, μάλλον το νοσοκομείο είναι υπέθεσα, που χρόνος για ερωτήσεις. Τελικά ήταν!

Τα ροδάκια της βαλίτσας είχαν λιώσει …πήγαινα με τις ζάντες… χαρακιές στο διάδρομο του νοσοκομείου και μύριζε καμένο λάστιχο όλη η περιοχή.

«Είμαι ο μπαμπάς της Βασιλικής, σε ένα λεωφορείο που έκανε πολλές στάσεις ,γιατί δεν είχα κινητό ,το αυτοκίνητο του Λευτέρη στα Χάνια και να δω αν γέννησε, καταλάβατε;»

«Ποιος είστε κύριε, τι θέλετε, ηρεμήστε, αισθάνεστε καλά, μήπως θέλετε κάποια βοήθεια.»

«Μισό…»

Τι μισό δηλαδή, γύρω στα πέντε λεπτά χρειάστηκε για να γίνω πάλι όπως έλεγε η “καλή” μου

«Τι λεβέντης!, τι νοικοκύρης!, τι οργάνωση!… φτού σου!»

«Είμαι ο μπαμπάς της Βασιλικής που την παρακολουθείτε ,και ήρθα να προλάβω την γέννα.»

«Ποια γέννα, σε δέκα μέρες και βλέπουμε Κύριε μου» απάντησε η γιατρός. «Η Βασιλική ήρθε χθες το βράδυ την είδαμε και είναι στο σπίτι. Σε δέκα μέρες και βαλε…»

«Ευχαριστώ πολύ» είπα και κατέβηκα κάτω σιγά σιγά σέρνοντας τη βαλίτσα με τις ζάντες καθώς είδα μια πινακίδα που έγραφε: “ΠΑΡΑΚΑΛΩ ΗΣΥΧΙΑ”.

Κάθισα σε ένα παγκάκι, κάπνισα εκατό τσιγάρα, όσες ήταν και οι στάσεις Χανιά Ρέθυμνο, όσα και τα χρόνια που έχασα από τη ζωή μου και πήρα …”αποφάσεις ….σοβαρές”.

Θα μείνω στη Κρήτη έως τα βαφτίσια της “Σόκοφρετ,” δεν την ξανά πατάω εγώ, δεν με ξέρετε καλά έμενα ,σκέφτηκα για να μπορώ να λέω με σιγουριά:

«Ήμουν και εγώ εκεί.»

 

No man’s land

 

One thought on “Ήμουν και εγώ εκεί”
  1. Παππού είσαι παραστατικότατος.Ευτυχώς η βάφτιση είναι προγραμματισμένη , αλλά ποιος ξέρει καμιά φορά τι γίνεται;Κάτι άκουσα για “απεργίες διαρκείας” φέτος το καλοκαίρι από τους ναυτεργάτες…

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *