Google PlusFacebookTwitter

Επίσκεψη στις Στήλες του Ολυμπίου Διός

Στις Ιούν 2, 2019 στην κατηγορία ιστοΡίες | χωρίς σχόλια

Πριν λίγες μέρες επισκέφτηκα τις Στήλες του Ολυμπίου Διός. Κι έτσι από το περπάτημα κι από τη ζέστη μου ήρθε, δεν ξέρω πώς-μη με ρωτάτε, δεν το συνηθίζω, αν και μου ‘ρθε κι άλλη μια φορά στο Ασκληπιείο στην Επίδαυρο, αλλά δεν το έκανα-να ξαπλώσω χάμω. Και ξάπλωσα. Φαρδιά πλατιά. Ο Κώστας με ρώτησε, εδώ θα κάτσεις; Εδώ, του απάντησα. Και ήταν πολύ ωραία χάμω. Κοιτούσα τον ουρανό κι έβλεπα τα περιστέρια να φωλιάζουν μέσα στα κορινθιακού ρυθμού κιονόκρανα και σκεφτόμουν· ε, ρε κουτσουλιά και πίπουλο που πέφτει ‘κεί μέσα. Το πεντελικό μάρμαρο μωσαϊκό θα ΄χει γίνει. Νόμιζα με το μυαλό μου ότι παίρνω ενέργεια από τη μάνα γη κι ότι καλό είναι πού και πού να ερχόμαστε σε επαφή με το χώμα. Και κει που νόμιζα ότι φορτίζω, έρχεται μία κυρία και μου λέει στα αγγλικά, είστε καλά, ζαλιστήκατε; Κι έπειτα ένας άλλος κύριος, προσεύχεστε στον θεό Δία; Και κάπου εκεί κατάλαβα ότι ξαπλώνεις...

Η Ναυπλιώτισσα τσιγγάνα

Στις Ιούλ 29, 2018 στην κατηγορία ιστοΡίες | χωρίς σχόλια

Το ‘χαμε συμφωνήσει από πριν. Με το αυτοκίνητο δεν έχει. Και τα 999 δυο φορές. Μια στο ανέβα και μια στο κατέβα. Ξεκούραση μετά. Στο καφέ με τα δέντρα και το νερό που κυλάει στ΄ αυλάκι. Με τα σακίδια στην πλάτη και τα αθλητικά προχωρούσαμε για το Παλαμήδι. Στην άκρη ενός γωνιακού πεζοδρομίου καθόταν μια τσιγγάνα. Όχι, πολύ μεγάλη. Τα χρυσά τα δόντια της πάντως τα ‘χε. Μπόλικα. Με το που είδε τον Κώστα, που προπορευόταν, τινάχτηκε. Δώσ’ μου ένα τσιγάρο, του είπε. Δεν έχω, της απάντησε αυτός και συνέχισε αποφασισμένος να ανέβει τα σκαλιά με μια ανάσα. Εγώ λίγο πιο νωχελική, έτσι κι αλλιώς, έχωσα το χέρι μου στο σακίδιο. Έπιασα ένα και της το ‘δωσα. Ένα λιγότερο σκέφτηκα, καλό θα μου κάνει. Μαζί είστε, με ρώτησε. Μαζί, της απάντησα. Και έκοψε την άκρη του τσιγάρου και το ‘χωσε στην χούφτα μου. Σφίξ’ το μου, λέει. Αν βγει μαύρο, θα γίνει αυτό που θες....

Ο γενναίος τα τραβάει όλα

Στις Ιούλ 10, 2018 στην κατηγορία ιστοΡίες | χωρίς σχόλια

  Τρίτη πρωί. Χτυπάει το κουδούνι. Ο διαχειριστής, σκέφτηκα, για να μου δώσει τα κοινόχρηστα. Ανοίγω. Ήταν ο γείτονας από κάτω. Παραξενεύτηκα. Τι να θέλει; Η φάτσα του έμοιαζε με ηφαιστειογενές πέτρωμα. -Πάρτε τηλέφωνο τον ιδιοκτήτη τώρα! Θα κάνω μήνυση! -Γιατί, τι έγινε; ρωτάω. -Έχουν φουσκώσει τα ταβάνια μας, μου λέει με αγανάκτηση. -Σήμερα; Τα μάσησε τα λόγια του. Τον καθησύχασα και τον έστειλα σπίτι του. Κανά βάλτο θα χουμε κάτω απ’ τα πόδια μας και δεν το ξέρουμε. Και άρχισα να φτιάχνω ένα παραμύθι με έναν δύτη, που τον άρπαξαν και τον μπάζωσαν για να αντέχει η πολυκατοικία στους σεισμούς και σε κάθε κούνημα αυτός έβγαζε νερό από μια τρύπα που ‘χε στη μασχάλη. Και όταν έφτασα στο τέλος, κόλλησα. Πήρα τηλέφωνο τον ιδιοκτήτη. Ήρθε παραπονεμένος ο γείτονας από κάτω . . . Και του διηγήθηκα όσα ξέρω. Στέλνει αμέσως έναν υδραυλικό, φίλο του, ξάδελφο, ξέρω ‘γώ....

Το λέπι κάτω απ΄ την μπλούζα

Στις Ιούν 30, 2018 στην κατηγορία ιστοΡίες | χωρίς σχόλια

    Αν δεν έβρεχε, γεμιστά θα ‘κανα. Θα μου πεις πού κολλάει η βροχή με τα γεμιστά; Ντομάτες και πιπεριές θα ‘παιρνα απ΄ τη λαϊκή. Όμως, έβρεχε και δεν είχα καμιά όρεξη να χαζεύω τους πάγκους, ενώ θα έσταζαν τα νερά απ’ τις τέντες στο κεφάλι μου. Πήγα στο σούπερ. Και έτσι όπως περιπλανιόμουν ανάμεσα στα ράφια και τα ψυγεία, μου ‘ρθε η ιδέα να πάρω μπαρμπούνια. Τα είδα κόκκινα και γυαλιστερά με τα μουστάκια τους τα μακριά και μου άρεσαν. Τα ‘ριξα στο καλάθι μαζί με ένα κουτί πλιγούρι. Γύρισα σπίτι και έβαλα μία κούπα πλιγούρι να μουλιάσει. Άνοιξα τη σακούλα με τα μπαρμπούνια και είδα ότι χρειάζονταν καθάρισμα. Ω, ρε! Άρχισα να βρίζω και να ξύνω λέπια. Πετάγονταν παντού. Στο νεροχύτη, στο πάτωμα, στα υπόλοιπα πιάτα που στέγνωναν. Ακόμα και μες την καφετιέρα, στην τοστιέρα και στο ηλεκτρικό μπρίκι βρήκαν και πετάχτηκαν. Ένα μάλιστα, τρύπωσε μες την...

Η Λεοπόρδος

Στις Ιούν 26, 2018 στην κατηγορία ιστοΡίες | χωρίς σχόλια

  Έκλαιγε. Όλη μέρα έκλαιγε. Μια χουφτίτσα. Έβλεπε τις μύγες και τρόμαζε. Ψι ψι ψι ήρθε κοντά. Θα τη βγάλει τη νύχτα; Το πήραμε πάνω. Θηλυκό γατί 3 εβδομάδων το εκτιμήσαμε. Την είπαμε Λεοπόρδο, έτσι που ξαφνικά πετάχτηκε στην πολυκατοικία μας. Της βάλαμε γάλα σε ένα μπολ. Ήπιε δυο γλωσσίτσες και συνέχισε το κλάμα. Την πήγαμε στην μπανιέρα να την πλύνουμε. Ανοίξαμε τη βρύση, έκανε ένα σάλτο και προσγειώθηκε στον κουβά με την σφουγγαρίστρα. Καλά, ας μείνει με την μπίχλα. Της ετοιμάσαμε κρεβάτι. Σ΄ ένα κουτί από παπούτσια διπλώσαμε μια παλιά πετσέτα και μια μαξιλαροθήκη. Δεν το θέλησε καθόλου. Προτίμησε τον καναπέ. Έμπηξε τα νύχια της στο στρώμα. Την τράβηξα. Έπαιξε με τις φούντες απ΄ το ριχτάρι. Τη μάλωσα. Την έδωσα στον Κώστα και είπα ανέλαβέ την, έχει νύχια και δόντια σουβλερά. Φιλήθηκαν, αγκαλιάστηκαν, κι αυτήν άρχισε να κάνει σαν δόνηση κινητού. Πέσαμε για ύπνο. Αυτήν στον...