Καλημέρα, καλησπέρα κι αρχή του παραμυθιού.

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν δυο γειτόνοι και δεν είχαν καμιά δουλειά στο χωριό τους. Συνεννοήθηκαν λοιπόν, να μαζέψουν τα λιγοστά τους πράματα και να πάνε από χωριό σε χωριό να τα πουλήσουν. Τα μαζεύουν, τα φορτώνουν σ’ ένα κάρο και ξεκινάνε. Στο υπόλοιπο χωριό λένε· θα φύγουμε, μα θα γυρίσουμε με τις τσέπες γεμάτες!

Περνάνε απ’ το ένα χωριό δεν πουλάνε τίποτα, περνάνε απ’ το διπλανό πάλι τίποτα. Προχωράνε, προχωράνε, κανένα χωριό δεν ήταν στα κοντά. Ο δρόμος ήταν μακρύς κι είχε αρχίσει να νυχτώνει. Τι να κάνουν; Σταματάνε μες τη μέση του δάσους. Ανάβουν φωτιά, τρώνε λίγο ξερό ψωμί, που είχαν πάρει μαζί τους, πίνουν και νερό για να μην τους κάτσει στο λαιμό και πέφτουνε να κοιμηθούνε κι οι δυο.

Κουρασμένοι όπως ήταν οι δυο γειτόνοι, δεν άκουσαν τους κλέφτες. Άμα ξημέρωσε, σηκώθηκαν. Και τι να δουν; Τα πράματά τους έλειπαν απ’ το κάρο. Τώρα τι να κάνουν; Να γυρίσουν πίσω στο χωριό τους με αδειανά τα χέρια ή να προχωρήσουν; Μ΄ αδειανά τα χέρια δεν θα γυρνούσαν. Το ‘χαν πει. Θα γυρνούσαν με τις τσέπες γεμάτες.

Δρόμο παίρνουν, δρόμο αφήνουν, συναντούν έναν βοσκό. Πού πάνε τα παλικάρια; Να πλουτίσουν, πάνε. Και πώς θα πλουτίσετε; Δεν ξέρομε, βοσκέ. Ελάτε να σας δείξω. Θα αρμέγετε έτσι τις κατσίκες. Άμα βγάλουν αρκετό γάλα, το παίρνετε το κάνετε τυρί και φεύγετε. Τι να κάνουν κι οι δυο γειτόνοι; Σου λέει, ας γίνομε βοσκοί. Πάνε στην πρώτη κατσίκα, την αρμέγουν, βγάνει γάλα. Πάνε στη δεύτερη, πάνε και στην τρίτη… Μόλις μάζεψαν αρκετό, το πήραν, το κάνανε τυρί κι έφυγαν με το κάρο.

Δρόμο παίρνουν, δρόμο αφήνουν, συναντούν έναν ξυλοκόπο. Πού πάνε τα παλικάρια; Να πλουτίσουν, πάνε. Και πώς θα πλουτίσετε; Δεν ξέρομε, ξυλοκόπε. Ελάτε να σας δείξω. Θα χτυπάτε έτσι τους κορμούς των δέντρων. Άμα πέσουν αρκετοί, τους παίρνετε και φεύγετε. Τι να κάνουν κι οι δυο γειτόνοι; Σου λέει, ας γίνομε ξυλοκόποι. Πάνε στον πρώτο κορμό, τον χτυπάνε, πέφτει. Πάνε στον δεύτερο, πάνε και στον τρίτο… Μόλις έπεσαν αρκετοί, τους πήραν κι έφυγαν με το κάρο.

Δρόμο παίρνουν, δρόμο αφήνουν, συναντούν μια γριούλα που μάζευε βοτάνια. Που πάνε τα παλικάρια; Να πλουτίσουν, πάνε. Και πώς θα πλουτίσετε; Δεν ξέρομε, γριούλα. Ελάτε να σας δείξω. Θα ψάχνετε στα βουνά γι’ αυτά τα βοτάνια. Άμα βρείτε πολλά τέτοια βοτάνια, τα παίρνετε και φεύγετε. Τι να κάνουν κι οι δυο γειτόνοι; Σου λέει, ας γίνομε βοτανάδες. Πάνε στο πρώτο βουνό, βρίσκουν βοτάνια, τα μαζεύουν. Πάνε στο δεύτερο, πάνε και στο τρίτο… Μόλις μάζεψαν αρκετά, τα πήραν κι έφυγαν με το κάρο.

Δρόμο παίρνουν, δρόμο αφήνουν, βρίσκουν ένα μεγάλο παζάρι. Βγάζουν το τυρί, το πουλάνε σ’ έναν παντοπώλη. Βγάζουν τους κορμούς των δέντρων, τους πουλάνε σ’ έναν επιπλοποιό.  Βγάζουν και τα βοτάνια και τα πουλάνε σ’ έναν φαρμοκοτρίφτη. Γεμίζουν τις τσέπες παράδες και ξεκινάνε να πάνε πίσω στο χωριό τους. Ο δρόμος ήταν μακρύς κι είχε αρχίσει να νυχτώνει. Τι να κάνουν; Ψάχνουν για ένα χάνι.

Όταν το βρήκανε, ήταν πια αργά το βράδυ. Χτυπάνε την πόρτα, τους ανοίγει αγουροξυπνημένος ο χανιτζής, Φορούσε τη σκελέα και τη φανέλα του. Μόλις τους είδε με τις τσέπες γεμάτες, αρχινάει να πονηρεύεται. Με τα μάτια να γυαλίζουν τους λέει· κουρασμένους σας βλέπω, να σας φιλέψω λίγο αχνιστό βραστό. Τους βάνει στα πιάτα βραστό, τους ρίχνει και δυο σταγόνες καθαρτικό, κι οι δυο γειτόνοι το τρώνε μονομιάς. Κι ύστερα συνεχίζει ο χανιτζής· διψασμένους σας βλέπω, να σας κεράσω λίγο μαύρο κρασί. Τους βάνει στις κούπες κρασί, τους ρίχνει και δυο σταγόνες καθαρτικό κι οι δυο γειτόνοι το πίνουν μονορούφι.

Καλά φάγατε, καλά ήπιατε, πάτε τώρα πάνω για ύπνο, τους λέει ο χανιτζής. Κι άμα θελήσετε αποχωρητήριο, εδώ κάτου είναι. Πάνε πάνω κι οι δυο γειτόνοι και τους πιάνει, τι τους πιάνει; Τρελό κόψιμο και κάτουρο. Μαθημένοι από το πάθημά τους λένε: Για να μην μας κλέψουν, μάτι να μην κλείσουμε.

Κατεβαίνει ο πρώτος, δεν προλαβαίνει να πάει στο αποχωρητήριο, βρίσκει απ΄ έξω το παντελόνι και τις μπότες του χανιτζή. Τα χέζει, τα κατουράει. Κατεβαίνει ο δεύτερος, δεν προλαβαίνει να πάει στο αποχωρητήριο, βρίσκει απ΄ έξω την μπλούζα, το καπέλο και το σακάκι του χανιτζή. Τα χέζει, τα κατουράει.

Ξαλαφρωμένοι πέφτουν επιτέλους να ξεκουραστούνε. Για να μην τους κλέψουν, κάνουν όπως είχαν συμφωνήσει. Μάτι δεν κλείνουν. Ο χανιτζής που τους άκουσε να ανεβοκατεβαίνουν και να πηγαίνουν προς το αποχωρητήριο, σιγουρεύτηκε πως τώρα πια θα ΄χαν κοιμηθεί. Έτσι θα μπορούσε να μπει στην κάμαρή τους και να τους πάρει τις παράδες. Μια και δυο πάει να ντυθεί. Τα ρούχα του πάντα τα άφηνε έξω απ’ το αποχωρητήριο. Κάνει να βάλει την μπλούζα , πλιάτς τα σκατά! Κάνει να βάλει το σακάκι, πλιάτς τα σκατά! Κάνει να βάλει το παντελόνι, πλιάτς τα σκατά! Κάνει να βάλει τις μπότες, πλιάτς τα σκατά! Κάνει να βάλει το καπέλο, πλιάτς τα σκατά! Ανάθεμά το σκατό και το κάτουρό τους! Ανάθεμά τους! Έτσι και τους πιάσω…

Τον ακούνε οι δυο γειτόνοι, πηδάνε απ’ το παράθυρο της κάμαρής τους που ‘βλεπε στο πίσω μέρος απ΄το χάνι κι όπου φύγει φύγει. Φτάνουν στο χωριό τους, όπως υποσχέθηκαν· με τις τσέπες γεμάτες.

Κι από τότε δεν έμειναν χωρίς δουλειά. Με τις παράδες πήραν κατσίκες και πότε έκοβαν ξύλα, πότε μάζευαν βοτάνια.

Και έζησαν αυτοί καλά και μεις καλύτερα.

Μήτε εγώ ήμουν εκεί, μήτε σεις να το πιστέψετε.

 

 

 

Ελένη Γκόρα

 

 

 

 

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *