Google PlusFacebookTwitter

Ο γενναίος τα τραβάει όλα

Στις Ιούλ 10, 2018 στην κατηγορία ιστοΡίες | χωρίς σχόλια

  Τρίτη πρωί. Χτυπάει το κουδούνι. Ο διαχειριστής, σκέφτηκα, για να μου δώσει τα κοινόχρηστα. Ανοίγω. Ήταν ο γείτονας από κάτω. Παραξενεύτηκα. Τι να θέλει; Η φάτσα του έμοιαζε με ηφαιστειογενές πέτρωμα. -Πάρτε τηλέφωνο τον ιδιοκτήτη τώρα! Θα κάνω μήνυση! -Γιατί, τι έγινε; ρωτάω. -Έχουν φουσκώσει τα ταβάνια μας, μου λέει με αγανάκτηση. -Σήμερα; Τα μάσησε τα λόγια του. Τον καθησύχασα και τον έστειλα σπίτι του. Κανά βάλτο θα χουμε κάτω απ’ τα πόδια μας και δεν το ξέρουμε. Και άρχισα να φτιάχνω ένα παραμύθι με έναν δύτη, που τον άρπαξαν και τον μπάζωσαν για να αντέχει η πολυκατοικία στους σεισμούς και σε κάθε κούνημα αυτός έβγαζε νερό από μια τρύπα που ‘χε στη μασχάλη. Και όταν έφτασα στο τέλος, κόλλησα. Πήρα τηλέφωνο τον ιδιοκτήτη. Ήρθε παραπονεμένος ο γείτονας από κάτω . . . Και του διηγήθηκα όσα ξέρω. Στέλνει αμέσως έναν υδραυλικό, φίλο του, ξάδελφο, ξέρω ‘γώ....

Το λέπι κάτω απ΄ την μπλούζα

Στις Ιούν 30, 2018 στην κατηγορία ιστοΡίες | χωρίς σχόλια

    Αν δεν έβρεχε, γεμιστά θα ‘κανα. Θα μου πεις πού κολλάει η βροχή με τα γεμιστά; Ντομάτες και πιπεριές θα ‘παιρνα απ΄ τη λαϊκή. Όμως, έβρεχε και δεν είχα καμιά όρεξη να χαζεύω τους πάγκους, ενώ θα έσταζαν τα νερά απ’ τις τέντες στο κεφάλι μου. Πήγα στο σούπερ. Και έτσι όπως περιπλανιόμουν ανάμεσα στα ράφια και τα ψυγεία, μου ‘ρθε η ιδέα να πάρω μπαρμπούνια. Τα είδα κόκκινα και γυαλιστερά με τα μουστάκια τους τα μακριά και μου άρεσαν. Τα ‘ριξα στο καλάθι μαζί με ένα κουτί πλιγούρι. Γύρισα σπίτι και έβαλα μία κούπα πλιγούρι να μουλιάσει. Άνοιξα τη σακούλα με τα μπαρμπούνια και είδα ότι χρειάζονταν καθάρισμα. Ω, ρε! Άρχισα να βρίζω και να ξύνω λέπια. Πετάγονταν παντού. Στο νεροχύτη, στο πάτωμα, στα υπόλοιπα πιάτα που στέγνωναν. Ακόμα και μες την καφετιέρα, στην τοστιέρα και στο ηλεκτρικό μπρίκι βρήκαν και πετάχτηκαν. Ένα μάλιστα, τρύπωσε μες την...

Η Λεοπόρδος

Στις Ιούν 26, 2018 στην κατηγορία ιστοΡίες | χωρίς σχόλια

    Έκλαιγε. Όλη μέρα έκλαιγε. Μια χουφτίτσα. Έβλεπε τις μύγες και τρόμαζε. Ψι ψι ψι ήρθε κοντά. Θα τη βγάλει τη νύχτα; Το πήραμε πάνω. Θηλυκό γατί 3 εβδομάδων το εκτιμήσαμε. Την είπαμε Λεοπόρδο, έτσι που ξαφνικά πετάχτηκε στην πολυκατοικία μας. Της βάλαμε γάλα σε ένα μπολ. Ήπιε δυο γλωσσίτσες και συνέχισε το κλάμα. Την πήγαμε στην μπανιέρα να την πλύνουμε. Ανοίξαμε τη βρύση, έκανε ένα σάλτο και προσγειώθηκε στον κουβά με την σφουγγαρίστρα. Καλά, ας μείνει με την μπίχλα. Της ετοιμάσαμε κρεβάτι. Σ΄ ένα κουτί από παπούτσια διπλώσαμε μια παλιά πετσέτα και μια μαξιλαροθήκη. Δεν το θέλησε καθόλου. Προτίμησε τον καναπέ. Έμπηξε τα νύχια της στο στρώμα. Την τράβηξα. Έπαιξε με τις φούντες απ΄ το ριχτάρι. Τη μάλωσα. Την έδωσα στον Κώστα και είπα ανέλαβέ την, έχει νύχια και δόντια σουβλερά. Φιλήθηκαν, αγκαλιάστηκαν, κι αυτήν άρχισε να κάνει σαν δόνηση κινητού. Πέσαμε για ύπνο. Αυτήν...

Ποιο είναι το πιο περίεργο μέρος που έχεις κοιμηθεί;

Στις Ιούν 20, 2018 στην κατηγορία ιστοΡίες | χωρίς σχόλια

Ξύπνησα νωρίς. Γύρω στις 6. Μέχρι να σηκωθώ απ΄ το κρεβάτι, να ντυθώ, να φάω, πήγε εφτά. Στις 7 και μισή ήμουν στο κέντρο. Έκανα μια βόλτα στην κλειστή ακόμα αγορά και 8 παρά δέκα με παρά πέντε πήγα στην τράπεζα. Είχα μαζέψει κάτι λίγα κέρματα και ήθελα να τα ανταλλάξω με χαρτονομίσματα. Έβγαλα χαρτάκι και στρογγυλοκάθισα σε μία καρέκλα. Μπροστά μου ήταν άλλοι δύο συναλλασσόμενοι που κρατούσαν πολλές και μεγάλες σακούλες. Απεναντί μου ένας δερμάτινος αφράτος καναπές, πολύ βουλιαστικός. Αμφιταλλαντευόμουν. Να κάτσω στον καναπέ ή να μείνω στη θέση μου; Είχε ζέστη. Από πουθενά δεν ερχόταν λίγος αέρας και η καρέκλα ήταν άβολη.Τελικά, πήγα στον καναπέ. Άκουγα τα ψιλά να περνάνε από το μηχάνημα και να κάνουν κλίγκι κλίγκι. Τα μάτια μου έκλεισαν. Είδα και όνειρα. Ένα χέρι με σκούντηξε. Κυρία, η σειρά σας έφτασε! Ήταν ο φύλακας που ήρθε να με ξυπνήσει. Α, εξαιρετικά! Έχετε πολύ ωραίο...

Τζιτζίκια στ΄ αμάξι

Στις Ιούν 13, 2018 στην κατηγορία ιστοΡίες | 1 σχόλιο

  Είναι Δευτέρα λίγο μετά τις 8 το απόγευμα και από το πρωί έχω ευχηθεί καλή εβδομάδα από μέσα μου κι απέξω μου, θεουλάκη μου κάνε να ‘ναι καλή, χρύσωσέ την. Βάζω λοιπόν, το κλειδί στη μίζα και ακούω μια παρέα τζιτζικιών να τραγουδάει μέσα απ΄ το αμάξι. Λέω τα αυτιά μου θα βουίζουν. Πόσο σε πιο καλοκαιρινό mood να είμαι η γυναίκα; Προχωράω λίγα χιλιόμετρα και τα τζιτζίκια να τραγουδάνε όλο και δυνατότερα. Σταματάω στην άκρη με αλάρμ και παίρνω τηλέφωνο την οδική βοήθεια. Ναι, γεια σας το αυτοκίνητό είναι αναπάντεχα πολύ καλοκαιρινό. Έχουν μπει κάτι τζιτζίκια μέσα του. Τι εννοείτε τζιτζίκια; Ακούω έναν ήχο σαν αυτό που κάνουν τα φτερά των τζιτζικιών. Εξαιρετικά, μείνετε εκεί που είστε και έρχομαι. Στο μεταξύ παίρνω τηλέφωνο τον Κώστα για να τον προετοιμάσω για τη λυπητερή. Έρχεται κι αυτός, καταφθάνει και η οδική. Ανεβάζουμε πάνω το αυτοκίνητο, μπαίνουμε και μεις στο φορτηγό...