Google PlusFacebookTwitter

#together, τχ. 31ο, Η Ελένη και . . .τα μάτια της

Στις Ιούλ 31, 2018 στην κατηγορία ιστοΡίες | χωρίς σχόλια

    Ήταν να μην πάρω την απόφαση να κάνω λέιζερ. Κλείνω ραντεβού και τονίζω: «Έρχομαι για λέιζερ!». Έτσι, αποφασιστικά. Τέρμα. Να πετάξω επιτέλους, φακούς και γυαλιά. Έρχεται η μέρα, πάω στον γιατρό. Πότε μπορούμε να κάνουμε λέιζερ; μπαίνω κατευθείαν στο ψητό. Κάτσε να σε δω, μου κάνει. Με βλέπει, κάνουμε και κάτι επιπλέον εξετάσεις. Δεν τα βλέπω καλά τα πράματα μάτια μου, μου λέει. Δώσε μου λίγο χρόνο να βγουν τα αποτελέσματα. Τον πρήζω στα τηλέφωνα. Πότε και πότε. Στο μεταξύ το ‘χω ανακοινώσει σε όλον τον κόσμο απ’ την χαρά μου ότι θα κάνω λέιζερ, ότι θα βρω το φως μου.  Βγαίνουν τα αποτελέσματα, πηγαίνω πάλι απ΄ το ιατρείο. Το μάτια μου είναι πολύ χοντρά. Έλεος, ρε φίλε, μέχρι και τα μάτια μου είναι χοντρά, τα τόσο δα σχιστά ματάκια. Το λέιζερ δεν πιάνει. Άσε που έχω λίγα και μεγάλα κύτταρα, που αν μεγαλώσουν, θα γκαβοθώ κι άλλο. Ούτε μεμβράνη μου συνιστά, γιατί αν κάτι...

Η Ναυπλιώτισσα τσιγγάνα

Στις Ιούλ 29, 2018 στην κατηγορία ιστοΡίες | χωρίς σχόλια

Το ‘χαμε συμφωνήσει από πριν. Με το αυτοκίνητο δεν έχει. Και τα 999 δυο φορές. Μια στο ανέβα και μια στο κατέβα. Ξεκούραση μετά. Στο καφέ με τα δέντρα και το νερό που κυλάει στ΄ αυλάκι. Με τα σακίδια στην πλάτη και τα αθλητικά προχωρούσαμε για το Παλαμήδι. Στην άκρη ενός γωνιακού πεζοδρομίου καθόταν μια τσιγγάνα. Όχι, πολύ μεγάλη. Τα χρυσά τα δόντια της πάντως τα ‘χε. Μπόλικα. Με το που είδε τον Κώστα, που προπορευόταν, τινάχτηκε. Δώσ’ μου ένα τσιγάρο, του είπε. Δεν έχω, της απάντησε αυτός και συνέχισε αποφασισμένος να ανέβει τα σκαλιά με μια ανάσα. Εγώ λίγο πιο νωχελική, έτσι κι αλλιώς, έχωσα το χέρι μου στο σακίδιο. Έπιασα ένα και της το ‘δωσα. Ένα λιγότερο σκέφτηκα, καλό θα μου κάνει. Μαζί είστε, με ρώτησε. Μαζί, της απάντησα. Και έκοψε την άκρη του τσιγάρου και το ‘χωσε στην χούφτα μου. Σφίξ’ το μου, λέει. Αν βγει μαύρο, θα γίνει αυτό που θες....

Ιατρείο μόνο για παντρεμένες

Στις Ιούλ 20, 2018 στην κατηγορία ιστοΡίες | χωρίς σχόλια

  Είναι Δευτέρα πρωί. Πληκτρολογώ στο google τη φράση «γυναικολόγοι Πάτρα” και πατάω enter. Διαβάζω τα ονόματα και τελικά διαλέγω εκείνο που είναι στο πιο χτυπητό σημείο της πόλης. Παίρνω τηλέφωνο και ζητώ να μου κλείσουν ένα ραντεβού. Η γραμματεία με ρωτάει αν είμαι παντρέμενη. Όχι, της απαντώ. Ελάτε την Τετάρτη μου λέει στις 12. Κλείνω το τηλέφωνο και μένω με μια απορία. Φτάνει η Τετάρτη, πηγαίνω στο ραντεβού. Μόλις κάθομαι στην αίθουσα αναμονής, επιβεβαιώνει αν είμαι το ραντεβού των 12 και με ξαναρωτάει αν είμαι παντρεμένη. Όχι, της απαντώ και μένω με την ίδια απορία. Έρχεται η σειρά μου, μπαίνω στο ιατρείο. Τσακ μπαμ η εξέταση. Άγχος κανένα. Ανεβάζω τα βρακιά μου, κατεβάζω τη φούστα μου και πηγαίνω στη γραμματεία. Πληρώνω, παίρνω την απόδειξη και προτού φύγω μου λέει να καλέσω την Παρασκευή για τα αποτελέσματα.  Φτάνει η Παρασκευή, καλώ. Δίνω τα στοιχεία μου, τα ψάχνει,...

Ο γενναίος τα τραβάει όλα

Στις Ιούλ 10, 2018 στην κατηγορία ιστοΡίες | χωρίς σχόλια

  Τρίτη πρωί. Χτυπάει το κουδούνι. Ο διαχειριστής, σκέφτηκα, για να μου δώσει τα κοινόχρηστα. Ανοίγω. Ήταν ο γείτονας από κάτω. Παραξενεύτηκα. Τι να θέλει; Η φάτσα του έμοιαζε με ηφαιστειογενές πέτρωμα. -Πάρτε τηλέφωνο τον ιδιοκτήτη τώρα! Θα κάνω μήνυση! -Γιατί, τι έγινε; ρωτάω. -Έχουν φουσκώσει τα ταβάνια μας, μου λέει με αγανάκτηση. -Σήμερα; Τα μάσησε τα λόγια του. Τον καθησύχασα και τον έστειλα σπίτι του. Κανά βάλτο θα χουμε κάτω απ’ τα πόδια μας και δεν το ξέρουμε. Και άρχισα να φτιάχνω ένα παραμύθι με έναν δύτη, που τον άρπαξαν και τον μπάζωσαν για να αντέχει η πολυκατοικία στους σεισμούς και σε κάθε κούνημα αυτός έβγαζε νερό από μια τρύπα που ‘χε στη μασχάλη. Και όταν έφτασα στο τέλος, κόλλησα. Πήρα τηλέφωνο τον ιδιοκτήτη. Ήρθε παραπονεμένος ο γείτονας από κάτω . . . Και του διηγήθηκα όσα ξέρω. Στέλνει αμέσως έναν υδραυλικό, φίλο του, ξάδελφο, ξέρω ‘γώ....

Το λέπι κάτω απ΄ την μπλούζα

Στις Ιούν 30, 2018 στην κατηγορία ιστοΡίες | χωρίς σχόλια

    Αν δεν έβρεχε, γεμιστά θα ‘κανα. Θα μου πεις πού κολλάει η βροχή με τα γεμιστά; Ντομάτες και πιπεριές θα ‘παιρνα απ΄ τη λαϊκή. Όμως, έβρεχε και δεν είχα καμιά όρεξη να χαζεύω τους πάγκους, ενώ θα έσταζαν τα νερά απ’ τις τέντες στο κεφάλι μου. Πήγα στο σούπερ. Και έτσι όπως περιπλανιόμουν ανάμεσα στα ράφια και τα ψυγεία, μου ‘ρθε η ιδέα να πάρω μπαρμπούνια. Τα είδα κόκκινα και γυαλιστερά με τα μουστάκια τους τα μακριά και μου άρεσαν. Τα ‘ριξα στο καλάθι μαζί με ένα κουτί πλιγούρι. Γύρισα σπίτι και έβαλα μία κούπα πλιγούρι να μουλιάσει. Άνοιξα τη σακούλα με τα μπαρμπούνια και είδα ότι χρειάζονταν καθάρισμα. Ω, ρε! Άρχισα να βρίζω και να ξύνω λέπια. Πετάγονταν παντού. Στο νεροχύτη, στο πάτωμα, στα υπόλοιπα πιάτα που στέγνωναν. Ακόμα και μες την καφετιέρα, στην τοστιέρα και στο ηλεκτρικό μπρίκι βρήκαν και πετάχτηκαν. Ένα μάλιστα, τρύπωσε μες την...